Η Βροχή (B side)


(Από Αλ. Γκίνη & Spark) :

ΝΥΧΤΕΣ ΒΡΟΧΗΣ

Σκηνή 1η

Η γυναίκα κάθεται στην καρέκλα σκυμμένη με τους αγκώνες πάνω στο γραφείο και τα δάκτυλά της μέσα στα μαλλιά της σε εμβρυϊκή στάση. Σηκώνει αργά το βλέμμα της. Τα φώτα αρχίζουν να φωτίζουν και το άλλο μισό του κομοδίνου. Μια γυναίκα με κοντά μαύρα μαλλιά, μαύρο τιραντέ μπλουζάκι και μαύρη φαρδιά πανταλόνα κάθεται απέναντί της και ακολουθεί τις κινήσεις της ανέκφραστη.

Γυναίκα: Άσπρο. Άσπρο είναι το πρώτο χρώμα, που βλέπω όταν ξυπνάω το πρωί. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω το άσπρο μαξιλάρι μου. Δεν καταλαβαίνω πού είμαι. Κοιτάζω πιο πέρα. Άσπρο σεντόνι μ’ αγκαλιάζει, άσπρα πλακάκια κάτω γυρεύουν τα βήματά μου, άσπρη ντουλάπα γυαλιστερή φυλακίζει τις ενοχές μου, άσπρος τοίχος γύρω-γύρω, φυλακή. Πού είμαι; Άσπρη πόρτα απέναντι και είναι κλειστή. Φως να μπαίνει από τα άσπρα παραθυρόφυλλα. Παλίρροια φωτός και ‘γώ ακόμα στο κρεβάτι. Σηκώνομαι. Ανοίγω την άσπρη πόρτα. Μπαίνω στο μπάνιο. Βάζω άσπρη οδοντόκρεμα στην άσπρη οδοντόβουρτσα και αρχίζω να ασπρίζω κόκαλα γυμνά. Σιωπή.
Παρακολουθώ τα πόδια μου να ανεβαίνουν την μαρμάρινη σκάλα. Δε μιλώ. Το άσπρο τραπεζομάντιλο είναι στρωμένο. Φως από παντού. Νοιώθω να με διαπερνάει, να με πληγώνει, να με διαλύει. Αρχίζω να αδειάζω το πολύχρωμο πιάτο. Όταν τελειώσω τα βλέπω άσπρο, έτοιμο να ξαναχρησιμοποιηθεί. Ψάχνω τα κλειδιά μου. Ακούω φωνές. Άσπρο. Φως. Πάω να βγω. Κάποια κλείνει την πόρτα. Κρατάει ασβέστη στο χέρι και μια βούρτσα. Νομίζω θα ασπρίσει και μένα. Δείχνει τα ρούχα μου. Φοράω τις πιζάμες μου. Δεν βγαίνουν έξω ξυπόλυτοι και με τις πιζάμες. Λάθος πρώτο. Είναι λερωμένες. Αίμα. Λάθος δεύτερο. Κατευθύνομαι στο άσπρο μας πλυντήριο, βγάζω τα ρούχα μου και τα πετάω στο τεράστιο στόμα του. Παίρνω την γύμνια μου και όσο οι άσπρες κουρτίνες ουρλιάζοντας σκεπάζουν τα παράθυρα, κατεβαίνω τη σκάλα. Ανοίγω την ντουλάπα και διαλέγω τυχαία ένα από ατσαλάκωτα άσπρα κοστούμια μου. Διαλέγω παπούτσια. Τα κλειδιά εκσφενδονίζονται από την σκάλα. Μάνα εξ’ ορισμού. Εν δυνάμει φονική ριπή.
Παίρνω το άσπρο μου αυτοκίνητο και ακολουθώ την άσπρη γραμμή, που με φέρνει στην δουλειά. Δεκάδες πόδια βηματίζουν, κουστουμαρισμένοι παγανιστές, απελεύθεροι, που μηδίζουν ξανά και ξανά. Ένα άσπρο ρολόι πριονίζει ανάσες ξεπουλημένων ονείρων. Δεν κοιτάζω ποτέ και κανέναν κατάματα. Κανόνας επιβίωσης. Σαν τις πουτάνες, που δεν φιλούν ποτέ. Το άσπρο τηλέφωνο βιάζει τη σιωπή μου, ασταμάτητα. Κάνω και σήμερα ό,τι έκανα και χτες, ό,τι θα κάνω και αύριο, ό,τι θα κάνει χωρίς καμία δυσκολία όποιος καθίσει στην καρέκλα μου αν κάποια στιγμή με αποσύρουν. Άσπροι άνθρωποι με άσπρες συμπεριφορές λεηλατούν τον χρόνο μου, απομυζούν το χρώμα μου. Γιατί φοβάμαι τόσο μήπως μια μέρα δεν έχει θέση και για μένα σε τούτη τη γαλέρα με τα κάτεργα; Ο κόσμος μικραίνει. Πρόλαβα και σήμερα και επιβιβάστηκα. Κωπηλατώ πειθήνια. Χιλιάδες κόσμοι αρχειοθετημένοι σε Α4 και το φως να ορμάει από παντού ανελέητο. Σκιές σαν να πετούν χαμηλά στο δρόμο. Από επιλογή ή από ανάγκη. Ζωές στριμωγμένες σε σύστημα δυαδικό. Από μένα ή από σένα. Θέλω να φωνάξω. Νομίζω. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πια. Δε θυμάμαι. Χάνομαι… Φως ξανά.
Σκύβω το κεφάλι μέχρι το φως να πέσει. Μετά ακολουθώ την ίδια άσπρη γραμμή για τον οίκο οικογενειακής ανοχής. Μπαίνω. Αφήνω τα κλειδιά να πέσουν στο πάτωμα και αρχίζω να πετάω από πάνω μου ένα-ένα τα άσπρα μου ρούχα. Ξεπλένω το φως και το άσπρο σιωπηλά στο ντους όπου η υποταγή μου εξασφαλίζει κάθε πρώτη και δεκαέξι πάντα ζεστό νερό. Τα άσπρα πλακάκια είναι κρύα. Κολλάω το σώμα μου πάνω τους μήπως νιώσω κάτι. Τίποτα. Ούτε καν κρύο. Τρομάζω. Σκέφτομαι μήπως έχω πεθάνει και οι υπεύθυνοι ξέχασαν να μου το πουν. Ψάχνω τον καθρέφτη. Τα κόκαλα μου έχουν κιτρινίσει. Βάζω την άσπρη οδοντόκρεμα στην άσπρη οδοντόβουρτσα και αρχίζω να τα ασπρίζω. Δίπλα στον άσπρο νιπτήρα είναι προσεκτικά διπλωμένες οι πλυμένες πιζάμες. Τις φοράω και με φώτα σβηστά κατευθύνομαι στο κρεβάτι μου. Όχι άλλο άσπρο. Όχι. Ίσως αύριο όλα να είναι διάφανα. Ίσως… Προσεύχομαι για αυτό ακόμα ένα βράδυ σε έναν κάτασπρο Θεό. Το άσπρο δεν τυφλώνει. Μόνο κουφαίνει. Καληνύχτα.
(Τα φώτα αλλάζουν με fade out και ένας γαλάζιος προβολέας με fade in τη φωτίζει τώρα.)
Γυναίκα: Περπατάω και πάλι. Βλέπω τα πόδια μου. Δεν νοιώθω κούραση. Περπατάω, περπατάω και ξαφνικά νοιώθω κάπου να σκοντάφτω, σε ένα αόρατο εμπόδιο και εκεί αρχίζω να πέφτω. Είμαι ακόμα ξύπνια και καταλαβαίνω το κορμί μου να τινάζεται σπασμωδικά για μία φορά… και μετά να πέφτει. Σ’ αυτό το σημείο καταλαβαίνω ότι το όνειρο ξεκινά σε ένα κόσμο που έχει μάθει να μην φοβάται να παίξει με τα μήκη κύματος. Αφήνομαι να πέφτω και δεν φοβάμαι μήπως χτυπήσω, αν θα είναι κανένας να με πιάσει. Απλά πέφτω. Όμορφα, αργά, σαν τα πιο όμορφα και κρυφά όνειρα μας. Δεν χρειάζομαι πια δάκρυα ή αίμα για να σπάσουν οι αλυσίδες. Μόνο να πέφτω. Εκείνες μένουν σταθερές και ‘γω απλά γλιστράω από αυτές και πέφτω. Είναι τόσο απλά τα πράγματα, που δεν ξέρεις καμιά φορά αν θα πρέπει να γελάσεις ή να τρελαθείς γι’ αυτό…
(Ακούγεται ο άνεμος. Τα χαρτιά που είναι στο γραφείο της γυναίκας σκορπίζουν. Καθώς σκύβει να τα μαζέψει ακούγεται η φωνή του Αλέξη χωρίς να τον βλέπουμε)
Αλέξης: 30 Δεκέμβρη. 4:02π.μ. Κονιάκ και Κοέν. Τα παιδιά έχουν κοιμηθεί. Κι εγώ ανοίγω το πολύχρωμο κουτί με τα εναλλακτικά μου παρελθόντα. Διαλέγω τη βροχή να πέφτει σ’ έναν έρημο τόπο. Διαλέγω εκείνη τη στιγμή, που νόμιζα πως είχα φτερά έτοιμος να πετάξω κοντά σου.
4:03 πμ Αν ήταν αυτό ίσως τώρα ν’ αφουγκραζόμουν την ανάσα σου ήρεμη και ροζ σχέδια για το μέλλον. Ίσως… Διαλέγω μια ασημένια σφαίρα κλικ κλικ, παίζουμε;
Γυναίκα: Βρίσκομαι μέσα σε μια μεγάλη θάλασσα και κολυμπάω. Δεν χρειάζομαι αέρα για να αναπνεύσω. Κολυμπάω και ταξιδεύω στα σπλάχνα των θαλασσών δίχως να βγαίνω ποτέ από εκεί. Δεν θυμάμαι να συνάντησα άσπρο σε καμία από αυτές τις θάλασσες. Νοιώθω το νερό στο κορμί μου. Νοιώθω να κολυμπώ μέσα στην ευτυχία και δεν με νοιάζει ποιο από τα δυο αδέρφια είναι, ο Μορφέας ή ο Θάνατος. Αν ο παράδεισος είναι η πρώτη μας πατρίδα και γι’ αυτό τον νοσταλγούμε και ας μην τον έχουμε γνωρίσει, η δικιά μου πατρίδα δεν είναι ένας κήπος γεμάτος ζαρζαβατικά αλλά αμέτρητα κυβικά αρμύρας. Κύριε…, ναι, Εσείς, που με κοιτάτε από ψηλά, αφού ο καθένας μας κόβει και ράβει την κόλαση του στα μέτρα του, το μοντελάκι της υπέρτατης ραπτικής, μπορώ να διαλέξω τον παράδεισο μου; Αυτές τις θάλασσες, που με ταξιδεύουν μέσα στην ομορφιά και ας μην συνάντησα ποτέ άνθρωπο εκεί. Ίσως κατά βάθος να έχουμε πάρα πολλούς στην κόλασή μας για να τους θέλουμε και στον παράδεισό μας… (τακτοποιεί τα χαρτιά της ξανά επάνω στο γραφείο.)
Αλέξης: Ένα δέντρο να βλέπει τον κόσμο να περνά.
4:04 πμ Ακίνητο, στη σιωπή, το εναλλακτικό μου μέλλον
Γυναίκα: Δεν υπάρχει χρόνος. Μόνο το ταξίδι. Εκεί θα βρισκόμαστε. Και εκεί θα σε χάνω πάντα. Μέσα στην νύχτα να παίζουμε την τυφλόμυγα καθώς το άσπρο μας αποσυνθέτει…
(Ο προβολέας αρχίζει να σβήνει σιγά-σιγά πάνω από τη γυναίκα και ένας άλλος φωτίζει σιγά-σιγά το ανοιχτό laptop που βρίσκεται πάνω στο κρεβάτι. Η φωνή του Νίκου ακούγεται χωρίς να φαίνεται κανείς. Η γυναίκα στο σκοτάδι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κοίταζε τον καθρέφτη στηριγμένη στο ένα χέρι σαν να ταξίδευε αλλού, ξαπλώνει στη σκηνή και κοιτάει προς τη μεριά των θεατών. Ο Αλέξης αρχίζει να μιλά καθισμένος στις θέσεις των θεατών. Την πλησιάζει ενώ εκείνη μοιάζει να κοιμάται. Τον ακούει αλλά δεν τον βλέπει. Ένας αόρατος τοίχος τους χωρίζει και τους ενώνει την ίδια στιγμή.)
Νίκος : «Και να σου πω κάτι, όποτε με πιάνει… αυτό που με πιάνει… όποτε υπάρχουν δάκρυα… είναι το αληθινό που βλέπει το ψεύτικο… είναι η αγωνία… ο φόβος… το γιατί… είναι το μονοπάτι που το βλέπεις και λες συνεχίζω… Είναι η δροσιά, που αισθάνεσαι να κυλά στο πρόσωπο… είναι μία πηγή καθαρή για δάκρυα… είναι πολλά για μένα… είναι που πολλά μπορούν να γίνουν εκείνη τη στιγμή… είναι ό,τι βγαίνει και πάει να ελευθερωθεί»
Γυναίκα: Μια ιστορία που δεν την είπαμε ποτέ. Ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες. Και ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ.
Αλέξης: Τρεις και τέταρτο, βρέχει. Μια πόλη βροχή, μια πόλη σιωπή, μέσα κι έξω απ’ τα σπίτια…. Χιλιάδες δρόμοι τρέχουν με διακόσια… άναρχο δίχτυ φωτός… κι έρωτες στάζουν απ’ τα κεραμίδια, στάλα – στάλα…… συνωστίζονται στους υπονόμους, κοκκινίζουν τη θάλασσα.
Είναι αυτή η στιγμή…… που τα ψέματα τελειώνουν… και πρόσωπα ανέκφραστα βουλιάζουν σ’ ακίνητες λίμνες… είναι τούτη δω η νύχτα… η μοναξιά….. Η μοναξιά τρώει τους ανθρώπους σαράκι… Κι είναι μερικοί που γυρίζουν…. λίγοι….. μα το βλέμμα τους χαμένο…. σα να έμειναν για πάντα σε μια νύχτα σαν κι αυτή… τι να πω, τι άλλο να πω…..
(Μου ‘μαθες πως οι άνθρωποι σπάνε και γίνονται χίλια κομμάτια. Και τι να μαζέψεις, τι να περισώσεις…)
Βρεγμένα πεζοδρόμια, άσκοπα βήματα…… Βλέπω φως σε μερικά παράθυρα… Κάποιοι κοιμούνται κάποιοι ξενυχτάνε… Τηλεοράσεις να πάλλονται σε ρυθμούς υπνωτικούς. Κι η αλήθεια τους λάστιχο, να μεγαλώνει να μικραίνει, καταπώς βολεύει, να χωράει στις ειδήσεις των οχτώμισυ…
(Σηκώνεται από τις θέσεις των θεατών και κατευθύνεται προς τη σκηνή.)
Αλέξης: Τρεις και είκοσι, βρέχει. Μια πόλη σιωπή, μια πόλη βροχή. Συχώρα με που δε σου τραγουδάω απόψε, δεν κάνω κέφι… μόνο βαδίζω αργά σε μουσκεμένους δρόμους… κι αναπολώ τις επιθυμίες που οριοθετήσαμε, τα όνειρα που περιγράψαμε με τόσο καθαρές λέξεις, και δαγκώνομαι… για το χρόνο το χαμένο που θα ‘ρθει….
Τρεισήμισι….. Δεν νοιάζομαι πια αν θα καταλάβεις. Αν θα τρέξεις μακριά. Έτσι κι αλλιώς δεν ήσουν ποτέ εδώ. Τη διαμαρτυρία και το γιατί βέλος στο φεγγάρι – ξέρεις να σημαδεύεις…… Τον φόβο τον γνωρίσαμε, έτσι δεν είναι; Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη…. Ειδωλολάτρες, συλήσαμε ναούς ακατοίκητους… Και την απελπισία…. από πρώτο χέρι….. Φύγε Ιωάννα… φύγε όσο είναι καιρός….. μαζί με τη βροχή…. και μη γυρίσεις…. μη γυρίσεις ποτέ….. Σου λέω δεν αξίζει τον κόπο… Άσε με να πέφτω στη γη… ξανά και ξανά….. όπως έκανα πάντα…. δεν έχω άλλα περιθώρια….
(Ο καιρός μου… χωρίς φλόγα στα μάτια. Οικολογικές σταυροφορίες. Κι εγώ; Εσύ; πως θα ζήσουμε και θα πεθάνουμε χωρίς η ιστορία να πει λέξη για μας; Στο διάολο να πάει…
(ανεβαίνει στη σκηνή)
Θέλω ελευθερία. Δεν ξέρω τι να την κάνω (πετύχανε το στόχο τους τα καθάρματα)… αλλά την θέλω. Και να’ ναι αληθινή. Όχι ελευθερία επιλογής. Απλή και σκέτη ελευθερία.
Αλλά δεν τη δίνει κανείς… και μου δίνουν χρόνο αλλιώτικο. Σα να ‘ναι σίγουροι πως σήμερα γεννήθηκα και συνάζουν τα όπλα τους. Μα δεν είναι οι Θερμοπύλες για όλους μας.
Ή την ή επί της. (γονατίζει δίπλα της).
{Γυναίκα… (σιγανά) …και την και επι της….
Και θα ‘ρθει η εποχή του θερισμού και μετά του τρύγου… Ή ανάποδα τα ‘πα; Και η εποχή των ανθρώπων ποια είναι; Ή δεν ευδοκιμούν εδώ; Ή μήπως είναι καταχωρημένοι σε λέξεις βαρβαρικές, κλειστοφοβικοί ανάμεσα σε ακατάληπτες κραυγές…})
(Ο Αλέξης σηκώνεται και κατευθύνεται προς το δωμάτιο του.)

Αλέξης: Είναι αυτή η στιγμή…… το τέλος της αγάπης μου λες, το τέλος της αγάπης….. Μα αυτό το τέλος δεν είναι μια στιγμή, ποτέ δεν ήταν…. Σιωπές είναι που όλο και μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια….. Φωτιά ….. υγρό πυρ…… να πέσει σ’ αγάπες, πίστεις, κοσμοθεωρίες….. μόνο λέξεις…… λέξεις αστέρια……… που τις θυμάσαι μια φορά για πάντα….. Τις φορτώνεσαι και πας.
(Βάζει ποτό στο ποτήρι του.)
Τέσσερις κι ακόμα βρέχει. Ο δρόμος της βροχής είναι ένας. Ένας και μοναδικός. Και δεν χωράει μουσικές τραγούδια και γιορτές. Δεν εξευμενίζεται. Δεν απαιτεί θυσίες. Απόλυτος όσο καμιά ιδεολογία. Κι ελεύθερος, πιότερο κι απ’ τη σκέψη…
Ένα (Πίνει μια γουλιά από το ποτό του)
Ένα….. σ’ έναν κύκλο τέλειο…. βήματα στο σκοτάδι…. σαν αυτό να είναι ολόκληρη η ζωή…
(ζήτησα νερό και πήρα λόγια. Αλάτι αντί για κόκκινο… και μπόλικες υποσχέσεις.)
Να ζητάς νερό και να σου δίνουν λάβαρα να κρατάς…….υπολογιστές αντί για άνοιξη…. και μπόλικες υποσχέσεις.
Μα αυτή τη στιγμή….. χρειάζομαι τη μουσική….. (Ανάβει ένα τσιγάρο.) σ’ έναν άλλο κόσμο….. πίσω απ΄ τη βροχή…… πανάρχαιες μελωδίες να καλπάσουν πίσω από ποιητικές. Αγχωμένα όνειρα ξένα και έμμονες ιδέες να σταματήσουν….. κι όλοι μου οι έρωτες να παρελάσουν…… Μα απόψε είμαι χαμένος σε μια δικαιοσύνη χωρίς νόμους….. χαμένος σε μια δικαιοσύνη χωρίς νόμους… χωρίς εναλλακτικές λύσεις, σε έναν παράλογο λαβύρινθο (tango) θανάτου…… (Ανοίγει τον υπολογιστή του.)
Τι να πω, τι άλλο να πω… Ένα τραγούδι σφυρίζει στο κεφάλι μου… κάτι μισά στιχάκια σκαλώνουν στο λαιμό μου. Μισά σαν αλήθειες. Και μακρινά…. τόσο μακρινά, που λες πως έρχονται από ένα άλλο παρελθόν όχι δικό μου… δεν αναγνωρίζω τις λέξεις… δεν είναι δικές μου, δεν είναι δικές μου.
Κερκόπορτες είναι και φοβάμαι. Προσπαθώ να χαμογελάσω πίσω από τοίχους που υψώνω άθελά μου … (Ο Αλέξης προσπαθεί να συνδεθεί στο δίκτυο. Ακούγεται ο ήχος κλήσης του modem που προσπαθεί να συνδεθεί.) Οι ώρες περνάνε. Η βροχή στον ίδιο ρυθμό. Καμιά φορά προσπαθώ να θυμηθώ όλα αυτά που έψαξα. Τις απαντήσεις που έδωσα, τις νέες ερωτήσεις μου. Όλους τους δρόμους που πήρα και τώρα καθορίζουν τα ναι και τα όχι μου. Μα δεν μπορώ. Δεν ξέρω γιατί. Ούτε λογικοί ειρμοί, ούτε αιτίες ή συμπεράσματα. Δεν έχω το κουράγιο να στο εξηγήσω, κι ούτε ξέρω πώς. Αυτά μόνο έμειναν, τα ναι και τα όχι μου, κάθετα σαν βράχοι στη μέση μονότονων τοπίων. (Παίρνει από τη θήκη του 1 cd το τοποθετεί στον υπολογιστή και αρχίζει να δακτυλογραφεί.)
Πέντε παρά, και γυρίζω σε σένα χωρίς να το θέλω. Εσύ ζητάς αλήθειες – πού να τις βρω; Δεν έχω, ποτέ δεν είχα. Μόνο λίγο φως, μόνο λίγο…. Να ζητάς το φως όπου κι αν βρίσκεται, γιατί τίποτα δεν κόστισε ποτέ τόσο πολύ. Σε τούτα τα σκοτάδια… δεν μπορώ να σε δω, (δε σε θυμάμαι πια) κι όσο κι αν προσπαθώ, η μορφή σου ξεφεύγει. Μα το ξέρω καλά πως είσαι εκεί… Υφαίνεις το άπειρο και το χτίζεις σε λέξεις και το λάθος το ξέρεις… Αναπνέεις τις ώρες, (σφραγίζεις διόδους, εξόδους διαφυγής), γεμίζεις με γκράφιτι τους τοίχους της πόλης, συνθήματα που προκαλούν ή κοροϊδεύουν. (Σταματά να δακτυλογραφεί και κοιτά προς το μέρος της γυναίκας.)
Ήθελα μια φορά να σου πω πως σ’ αγαπώ, απλά και σκέτα, χωρίς συνέπειες και εξηγήσεις. Χωρίς επαγωγικές λογικές, χωρίς προσπάθεια να ταιριάξω το όνειρο σ’ αυτούς τους δρόμους που τρέχουν με διακόσια…
(Γυναίκα: Είναι αυτή η στιγμή… Το χρέος σε φως για κείνα τα ναυάγια που δεν υμνήσαμε ποτέ. Δεξαμενές γλυκό νερό και ‘γω θα πω μετά στους στεριανούς πως ήτανε θάλασσες αρμύρας και θα ετοιμάζω λάβαρα να μπήγω στις φλέβες νέων κόσμων… το τραγούδι της θάλασσας, το τέρμα της βροχής.)
Αλέξης: Ας είναι ο έρωτας η τελευταία σημαία που ύψωσα….
(Η γυναίκα σηκώνεται και πλησιάζει τη σκιά της)

Αλέξης: Χαράζει……σ’ όλους τους τόνους του γκρίζου. Όχι άσπρο ή μαύρο. Αυτά είναι για σένα Ιωάννα. Μη μου μιλήσεις. Προς θεού, μη μου πεις τίποτα…. Η βροχή μας πάει… Εκείνη ξέρει καλύτερα. Μα κι αν κάνει λάθος δεν πειράζει, ας χαθούμε μαζί της.
Ίχνη σιωπής
θ’ αφήνω ξανά για να με βρεις…
(Ο προβολέας, που φωτίζει το laptop αρχίζει να σβήνει σιγά-σιγά. Ανάβει ένας άλλος που ρίχνει ένα ψυχρό γαλάζιο φως στη γυναίκα και την ακολουθεί. Βλέπουμε τη γυναίκα, που έχει σηκωθεί από την καρέκλα, να πλησιάζει τον αόρατο τοίχο, που την χωρίζει από το διπλανό δωμάτιο. Τον παρατηρεί από πάνω ως κάτω. Πλησιάζει. Αγγίζει τον αόρατο τοίχο προσπαθώντας να νοιώσει την υφή του και να τον αφουγκραστεί. Σαν αντανάκλαση η μορφή την ακολουθεί. Καθώς μιλάει έρχεται ολοένα και πιο κοντά στον τοίχο. Τα σώματα κινούνται αρμονικά χωρίς το ένα να παραβιάσει το χώρο του άλλου και χωρίς να χάνουν τη σωματική επαφή. Σε κάποια στιγμή η γυναίκα τραβάει την σκιά απότομα από την μεριά της και αρχίζουν να χορεύουν. Ένα παράξενο, βίαιο, σκληρό tango αρχίζει μπροστά στα μάτια μας.)
Σκιά: Ίχνη σιωπής
Στο κορμί της ενοχής
Αφήνω ξανά για να με βρεις
Γυναίκα: Ξέρεις πώς είναι ο θάνατος; Μια απέραντη μοναξιά. Ένα αυτοκίνητο που πετάγεται ξαφνικά μπροστά σου. Ένα φρενάρισμα. Ένα «πεθαίνω». Κανένα flashback. Καμία μάνα. Κανένας εραστής. Κανένας Θεός να σε πάρει από το χέρι. Μόνο ένα «πεθαίνω». Και απέραντη μοναξιά.
Σκιά: Ίχνη αγάπης
Στην ψυχή της απάτης
Θα σβήνω ψυχρά για να χαθείς
Γυναίκα: Σώπασαν οι ερωτήσεις, λιποτάκτησαν όπως όλα. Περιμένω τη βροχή και τον χρόνο να ξεθωριάσουν το χάρτη, τον άνεμο να εξαφανίσει τα σημάδια σου. Πάντα θα νυχτώνει έξω από μια πόρτα παραδείσου. Αργήσαμε πάλι. Πεζοπόροι σε δρόμους ανύπαρκτους. Χαμένοι σε ψευδαισθήσεις. Άργησα. Τα κορμιά, που πατάω να προχωρήσω δεν τα ορίζω για δικά μου.
Σκιά: Έξω βρέχει
Και ο νους μου τρέχει
Σε μέρη μακρινά
Γυναίκα: Κουράστηκε η άμμος να πέφτει στις πυξίδες των τρελών. Κουράστηκα και ‘γω να χαράσσω σώμα και ψυχή. Σήμανε δώδεκα. Δώδεκα μήνες. Και δώδεκα μέρες. Και μετά σιωπή.
Νίκος: Πέρασα στην άλλη όχθη
Σκιά: Κάνει κρύο
Δεν είπες αντίο
Μα έφυγες ξαφνικά
Γυναίκα: Σου το είχα πει. Σε είχα προειδοποιήσει αν ποτέ πλαγιάσεις με άλλη θα σε σκοτώσω. Δεν με πίστεψες. Μόνο γέλασες. Και ένα βράδυ ήρθες να μου το πεις: «Πήγα με άλλη» Μια μαχαιριά στην καρδιά. Σιωπή. Δεν με λύγισες. «Ξανά και ξανά…». Και στριφογύρισες το μαχαίρι. Ξανά και ξανά…
(Ο Νίκος προβάλει στην άκρη της σκηνής)
Νίκος: Και είδα σκοτάδι αγκαλιασμένο με το φως
(Η γυναίκα κοιτάζει κατάματα τη σκιά. Στέκουν ακίνητες. Και την τραβάει βίαια προς το μέρος της για το tango. Ένας κύκλος κόκκινου φωτός τις αγκαλιάζει.)
Σκιά: Ένα ψέμα
Βουτηγμένο στο αίμα
Και η αλήθεια μισή
Γυναίκα: Σ΄ αγαπούσα. Η τουλάχιστον αυτό πίστευα. Μ’ αγαπούσες. Ή τουλάχιστον αυτό μου ‘λεγες. Και κάναμε έρωτα. Σε φτηνά ξενοδοχεία. Μαλώναμε. Έβγαινα στο μπαλκόνι γυμνή με ένα σεντόνι μόνο. Φώναζες «Έλα μέσα». Και έλεγες θεατρινίζω. Πως όλα για μένα είναι θέατρο. Πως ζω για το χειροκρότημα. Για έναν προβολέα. Και μου ‘κανες έρωτα σιωπηλά μέσα στο σκοτάδι. Δε σε χειροκρότησα ποτέ. Νοίκιασες έναν κόκκινο προβολέα, και μαζί όλα τα χειροκροτήματα του κόσμου…
Νίκος: Είδα εσένα που δήλωνες θεός
Σκιά: Βουβό κλάμα
Της ψυχής σου το θάμα
Και η αγάπη νεκρή
Γυναίκα: Σ’ εμπιστευόμουν. Σου ‘λεγα «σ’ αγαπώ. Καληνύχτα» Και έτρεχες να βρεις άλλες. Σου άνοιγα την ψυχή μου και έμπαινες. Σου άνοιγαν τα πόδια τους και έμπαινες και κει.
Νίκος: Πέρασα στην άλλη όχθη
Σκιά: Ξημερώνει
Τίποτα δε σε λυτρώνει
Το δάκρυ λειψό
Γυναίκα: Σκοτάδι και ο δρόμος παγωμένος. Έτρεχα. Προσπέρασες με τα αυτοκίνητα να ‘ρχονται καταπάνω σου από το αντίθετο ρεύμα. Μου ‘κλείσες το δρόμο. Φρενάρισα. Βγήκα από το δρόμο. Μα δε φρενάρουν τα αυτοκίνητα στο χαλίκι. Βγήκα από το αυτοκίνητο. Άρχισα να φωνάζω. Λιποθύμησα… Δις. Τα ‘παιξες… Δις. Όταν συνήλθες, πήγες να κατουρήσεις.
Νίκος: Και είδα τον πρώτο έρωτα να κείτεται νεκρός
Σκιά: Τόσοι πόνοι
Ό,τι ακόμα σε πληγώνει
Γάργαρο νερό.
Γυναίκα: Σε σκότωσα. Όπως σου το ‘χα υποσχεθεί. Μια μαχαιριά στην καρδιά. Με κοίταξες. Πήγες να γελάσεις. Και στριφογύρισα το μαχαίρι. Σου το χα πει. «Και με άλλες να πας, πάντα δικός μου θα είσαι».
Και είσαι. Όπως σου το ‘χα υποσχεθεί.

Νίκος: Είδα εμένα να λέω αληθώς
Σκιά: Καληνύχτα
Στης αγάπης τα δίχτυα
Απόψε θα σε βρω
Γυναίκα: Σου ‘λεγα «καληνύχτα, σ’ αγαπώ» και έβγαινα. Άντρες σε φτηνά bars. Άντρες χωρίς ονόματα. Άντρες χωρίς πρόσωπα. Και ‘συ εκεί να γελάς. Να γελάς. Σε μισώ. Τρελαίνομαι. Πετάω το σεντόνι. Ανεβαίνω στα κάγκελα. Και πέφτω.
(Αφήνει την σκιά και ανοίγει τα χέρια σαν φτερά και πέφτει στο πάτωμα. Ο προβολέας σβήνει και ο Νίκος φεύγει. Ανάβει ένας γαλάζιος. Φωτίζει τον Αλέξη, που την πλησιάζει δίχως να την αγγίζει. Γονατίζει πλάι της και αρχίζει να της μιλά. Στην τελευταία παράγραφο σηκώνεται και φεύγει. Μετά σκοτάδι και σιωπή.)
Αλέξης: Είμαι εδώ. Μια ώρα απ’ τον ισημερινό. Νυχτερινή ζεστή βροχή. Πήρα τα mail σου στην Μπανγκόκ και πριν από λίγο στο Πουκέτ. Τόσες θάλασσες μακριά. Η αινιγματική σιωπή της Ανατολής. Αραιός καπνός πάνω απ’ τις υπαίθριες αγορές. Μου λες για την Μάντ και κάνεις υποθέσεις. Τι γυρεύω εδώ κάτω. Κρατάω το “see you soon. period.” Το “period” κρατάω. Σου ξέφυγε. Και θέλω να θυμάμαι.
Για μια στιγμή. Είπα να ξεφύγω. Όχι άλλους γκρεμούς. Αλλά μια χίμαιρα αντί για άλλη. Δε γίνεται. Εγώ που λέω πως όλα νικιούνται απ’ τον καιρό. Δεν ξέρω τίποτα. Κινέζοι μετανάστες. Στη γιορτή των φυτών. Τρυπάν τα μάγουλά τους με σπαθιά. Τσεκούρια, κι ότι άλλο φανταστείς. Στην αρχή τρόμος. Και ύστερα – πάλι – σιωπή.
Έφτασα πάνω στην εποχή των βροχών. Την προτιμώ. Γεμάτα φιλμ φωτογραφίες που δεν θα εμφανίσω ποτέ.
Ζητάς να χαθείς. Με τον ίδιο τρόπο, άραγε; Όχι. Ή μάλλον ναι, τον ίδιο. Ένα χέρι. Προέκταση της καρδιάς. Τα 40 σου φεγγάρια. Οι 100 μου νύχτες. Και μία απόψε. Κι όλες βροχερές. Πώς τυχαίνει.
Περνάς το ποτάμι. Νομοτέλεια της νιότης σου. Μια φορά για πάντα, λες. Πώς χωράει τόση απολυτότητα σε μια πρόταση. Από τη μία λέω μακριά μου, χαμόγελα και ροζ ζωή. Και να μου στέλνεις κάρτες Χριστούγεννα και Πάσχα. Και φωτογραφίες των παιδιών. Κι από την άλλη, κοντά μου κι ας είναι μόνο ένα φευγαλέο ψέμα.
Σ’ έκανα συμπαίχτη σ’ ένα απ’ τα τρελά παιχνίδια που σκαρώνω καμιά φορά. Μες στο μυαλό μου. Δεν φταις. Η νομοτέλεια της μοναξιάς μου.
Γυρνάς και μου δείχνεις τις στάχτες. Τι είναι. Σημάδι πως δεν υπάρχει όνειρο. Η μήπως αύριο δεν υπάρχει. Το ξέρω. Γι’ αυτό το ζήτησα. Σα μικρό παιδί. Που καμώνεται το Θεό. Που λέει πως ο κόσμος του ανήκει, ενώ ξέρει πως δεν θα τον έχει ποτέ.
Μη με ρωτάς για τη σιωπή. Όλα αυτά τα χρόνια. Λόγια που ανταλλάξαμε σ’ αυτούς τους δρόμους που τρέχουν με διακόσια. Τα σημαντικά είναι αυτά που δεν είπαμε. Κι ίσως να μην πούμε ποτέ. Γιατί οι λέξεις είναι τόσο λίγες. Και το ξέρουμε. Ευτυχώς.
Παράτησα την προσπάθεια. Δεν θα σκεφτώ άλλο. Τι χρώμα να βάλω στην Άβυσσο. Κι αυτό το παιχνίδι λέω να το κόψω. Από μένα ζητάνε ορθολογισμό. Και μόνο.
Όχι, την πόλη δεν στην έδειξα. Μα ανάθεμα κι αν ξέρω ποια είναι. Και χρειάζονται δύο. Έτσι κι αλλιώς δε μπορώ να στη δείξω από φωτογραφίες. Που δεν τις εμφανίζω κιόλας.
Ο Ινδικός τη νύχτα είναι η πιο σκοτεινή θάλασσα που έχω δει ποτέ. Τα χέρια στις τσέπες. Πες μου. Τι ήταν αυτό. Που τώρα ακόμα γυρνάω. Πες μου. Πες μου. Η ίδια γνωστή απελπισία. Όχι. Από τότε πέρασα – κι εγώ – πολλά ποτάμια. Η μοναξιά. Όχι. Γιατί πάντα ήταν. Και κατά τα φαινόμενα πάντα θα ναι. Τότε λοιπόν τι να ‘ταν. Τι είναι.
Απεταξάμην. Απεταξάμην τις βροχές τα τραγούδια που μιλάν για… Μικρός είχα ένα όνειρο. Χοντρός φαλακρός μουστάκι και γυαλιά. Το μουστάκι δε μου πετυχαίνει. Πού θα πάει.
Μωρό μου. Μωράκι μου. Γλυκό μου κοριτσάκι. Τα φτερά μου έχουν σπάσει. Έλα απόψε. Σου έχω το πιο γλυκό τραγούδι του κόσμου. Ένα παλιό Κέλτικο. Στο ‘χω πει πολλές φορές. Αλλά χωρίς να σου δώσω να καταλάβεις. Πόσο σημαντικό μου είναι. Ένα σου χαμόγελο. Κι ας είναι έτσι : ) ή μια αστεία φατσούλα. Μικρό μου. Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις. Τι θα ήμουν αν δεν υπήρχες. Κι αυτή τη φορά. Δεν σε αφήνω να μιλήσεις. Δε βλέπω φωτιές εγώ. Πουθενά. Μονάχα θάλασσα. Γλυκιά μου. Δε με νοιάζει. Κι ας είναι όλα εδώ μέσα. Μη μου δείχνεις φωτιές λοιπόν. Αυτήν τη ζεστασιά. Δε θέλω να ξεχάσω. Κι ας κάνει 720 χιλιόμετρα για να ρθει.
Αυτό το τραγούδι. Μου φέρνει δάκρια στα μάτια. Αλλά εσένα δεν θα σ’ αφήσω. Φοβάμαι μη μου σπάσεις. Εγώ αντέχω. Το ξέρω καλά. Ανυπομονώ να γυρίσω. Στην Αθήνα. Έστω. Καλή η ανατολή αλλά η μέρα καλύτερη. Το πιο φωτεινό αύριο είναι εκεί και περιμένει. Αστεράκι μου. Τίποτα δεν τελειώνει προτού αρχίσει. Σαν ένας που πνίγεται αρπάζομαι. Από μία λέξη. Μία και μόνη λέξη. Η νομοτέλεια του ζω. Σε ενεστώτα.
Ματάκια μου. Μην το κάνεις. Αρκετές σκιές πολέμησα. Και ανεμόμυλους. Η τρίτη φωνή λοιπόν ας πάψει. Έτσι κι αλλιώς δε μπορώ ν’ ακούσω. Μόνο αυτό το τραγούδι. Το παλιό Κέλτικο. Τη δεύτερη φωνή λαχτάρισα. Αλλά φοβάμαι μην τυχόν και την ακούσω μια φορά στ’ αλήθεια. Και τότε. Λέξεις αστέρια. Καταπέλτες. Ορθολογισμός συντρίμμια. Και νέες εκστρατείες στη χώρα του απόλυτου ήλιου. Γι’ αυτό λοιπόν. Φωνή σε πρώτο πρόσωπο. Κι αυτή σαν παραλήρημα. Σαν παλιό Κέλτικο τραγούδι γεμάτο αλκοόλ.
Και θα μου πεις πως δεν καταλαβαίνω. Πως δεν υπάρχει χρόνος ούτε χώρα. Θα μου πεις χίλια αλλά. Και άλλους τόσους λόγους και αιτίες. Για το Θεό. Τα ξέρω όλα αυτά. Αλλά τι βγαίνει. Δε μπορώ να σταματήσω. Θα πέφτω ρυθμικά στη γη. Σαν τη βροχή.
Συχώρα με Ιωάννα. Που κλέβω τ’ όνομά σου. Πες ότι ήταν το πρώτο. Που βρήκα μπροστά μου.
Μην πανικοβληθείς καρδούλα μου. Είναι σκληρό και επικίνδυνο. Κι αφορά μόνο εμένα. Στο τέλος τέλος. Αύριο πρωί θα είμαι στο Τσιάνγκ Μάι.
Γυναίκα: Φεύγεις. Όπως πάντα. Και ‘γω σ’ αφήνω ακόμα μια φορά να χαθείς. Και έχω τόσο πολύ ανάγκη τη βροχή απόψε. Μην πέφτεις με τη βροχή, μόνο γίνε βροχή για μένα. Και μη με λες Ιωάννα. Λήδα να με λες και να με θυμάσαι τις νύχτες, που βλέπεις τη βροχή.

(Τα φώτα σβήνουν)

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s