Angelica


(Από Angelika Spellman)

Η Αγγελική ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Ονειροπολούσε κοιτάζοντας αφηρημένη το περιοδικό που κρατούσε. Διάφορες εικόνες περνούσαν από το μυαλό της .Ταξίδια και μελλοντικά σχεδία. Ξαφνικά κάποιος χτύπησε την πόρτα η κοπέλα πετάχτηκε από το κρεβάτι και φώναξε:<< Περάστε.>>

Ένας υπηρέτης μισανοίγοντας την πόρτα ανάγγειλε<< Ο πατέρας σας επιθυμεί να σας μιλήσει. Μπορείτε να τον δεχτείτε?>>

Η Αγγελική έγνεψε καταφατικά κι ο υπηρέτης έφυγε.

Η κοπέλα χτένισε τα μακριά ίσια μαλλιά της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ικανοποιημένη. Όταν χαμογελούσε φαίνονταν τα δόντι της που ήταν κάτασπρα σαν δυο σειρές μαργαριτάρια .Όταν εκνευριζόταν (πράγμα που συνέβαινε συχνά),τα μάγουλα της κοκκίνιζαν και έχανε το συνηθισμένο της προσποιητό ήρεμο ύφος. Ήξερε πως ήταν όμορφη ,ψηλή, λεπτή και ντυνόταν πάντα με φροντίδα. Αυτό που επιθυμούσε ήξερε πάντα πώς να το αποκτάει.

Ο πατέρας της μπήκε στο δωμάτιο. Η Αγγελική έτρεξε κοντά του. Ο άντρας την αγκάλιασε. Συνήθως αν κι αγαπούσε πολύ την κόρη του δεν φανέρωνε τα συναισθήματα του. Ήταν χαμηλών τόνων ,ψύχραιμος και κλειστός χαρακτήρας. Ωστόσο εκείνη ημέρα ήταν διαφορετική.

Πείρε τα χέρια του αλλά συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια. Θαύμαζε αυτά τα πράσινα με την ξεχωριστή λάμψη μάτια.

<<Είναι θαρραλέα, αποφασιστική κι έχει προσωπικότητα. >> Σκέφτηκε ο πατέρας για να διώξει το φόβο από μέσα του.

Η εικόνα της κόρης του πρόδιδε το χαρακτήρα της. Μπορούσε να διαβάσει κάνεις στο πρόσωπο της την περηφάνια, το πείσμα, την ξεροκεφαλιά αλλά και το πόσο κακομαθημένη ήταν.

Εκείνος έμεινε σιωπηλός.

Αγγελική :<<Μπαμπά συμβαίνει κάτι? Δεν θα έπρεπε να ασχολείσαι με τις υποθέσεις σου όπως κάνεις κάθε μέρα? Έγινε κάτι σοβαρό? Έπαθε μήπως τίποτα η μαμά στο ταξίδι της? Μήπως έκανα κάτι εγώ?>>

Στην τελευταία ερώτηση η Αγγελική πετάρισε τις βλεφαρίδες τις προφέροντας τις λέξεις με μια προσποιητή αθωότητα.

Πατέρας: <<Όχι γλυκιά μου κόρη δεν συμβαίνει τίποτα. Είναι αλήθεια ότι εργάζομαι συνέχεια αλλά δεν σημαίνει και ότι δεν τυχαίνει να έχω και ελεύθερο χρόνο .Σήμερα έτυχε να έχω λίγο. Εσύ πως είσαι?>>

Αγγελική: <<Η γιορτή πλησιάζει. Θα είναι όλα φανταστικά. Ακόμα βέβαια δεν έχω αποφασίσει τη να βάλω το άσπρο σατέν με το χρυσό κέντημα ή το κόκκινο μεταξωτό φόρεμα με την σετ πασμίνα? Ανυπομονώ να έρθει εκείνη η ώρα είμαι τόσο ενθουσιασμένη. Έδωσα οδηγίες για τη διακόσμηση της αίθουσας, το κέτερινγκ,, τους μουσικούς, την παρέλαση που θα γίνει προς τιμήν μου………….>>

Εκείνη συνέχισε να μιλάει με ενθουσιασμό όμως ο πατέρας της δεν την άκουγε ποια.

<<Είναι τόσο ανέμελη και την ενθουσιάζουν τόσο τα υλικά πράγματα. Δεν έχει κοπιάσει ποτέ, ούτε έχει κινδυνέψει .Δε θα τα καταφέρει να μείνει ζωντανή. >> Σκέφτηκε και η καρδία του πλημμύρισε από απογοήτευση.

Μετά από 10 λεπτά

Πατέρας: <<Αγγελική ξέρεις τι θα πει φόβος?>>

Η Αγγελική σταμάτησε να μιλάει φανερά ενοχλημένη. Ο πατέρας της τη διέκοψε για να της υποβάλει μια τόσο άσχετη ερώτηση. Άραγε ο πατέρας της δεν χαιρόταν που πλησίαζε η γιορτή των γενεθλίων της? Σκέφτηκε και απάντησε εκνευρισμένα

<<Φόβος για ποιο θέμα? Δε φοβάμαι . Τον φόβο τον έχουν μόνο οι δειλή και οι αδύναμη. Γιατί με ρωτάς?>>

Σιωπή.

Τότε η Αγγελική πρόσεξε τα ωχρά χαρακτηριστικά του πατέρα της, την εμφανή κούραση ,τους μαύρους κύκλους και τη χαμένη έκφραση στο πρόσωπο του.

Πατέρας: <<Αν κόρη μου ισχύει αυτό που λες για το φόβο, τότε είμαι δειλός και αδύναμος. Αν και τώρα ποια δεν σημασία , τίποτα δεν έχει σημασία.>>

Αγγελική: <<Μ α τη λες? Όλοι σε σέβονται και όλοι έχουν να πουν τα καλύτερα από θαυμασμό για το πρόσωπο σου. Αν είναι κάποιο πρόβλημα με καμία υπόθεση σου όμως ,τίποτα τόσο φοβερό που να σε κάνει να φοβάσαι. Αν πάλι είναι κανένα από τα αγγλικά αστεία σου, σου έχω να σου πω πως δεν είναι καθόλου πετυχημένο. Με κανείς να αισθάνομαι πως αδιαφορείς για τα γενέθλια μου .Σε λίγες μέρες θα γίνω 20. Ο Πέτρος θα μου ζητήσει να αρραβωνιαστούμε. Δε σε νοιάζει?>>

Πατέρας: << Κάνεις λάθος. Νοιάζομαι πάρα πολύ για εσένα .Όμως…>> Σταματά απότομα έχει είδη πει αρκετά δεν έπρεπε η Αγγελική να μάθει την αλήθεια .Όχι τώρα ,όχι ακόμα. Συλλογίστηκε.

Γύρισε την πλάτη και έφυγε βιαστικά ανεβαίνοντας στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του.

Η Αγγελική σκέφτηκε για λίγο την περίεργη συμπεριφορά του πατερά της. Όμως αποφάσισε να το αφήσει στην άκρη και να συνεχίσει τις ετοιμασίες των γενεθλίων της.

Μετά από λίγες μέρες

Μεσάνυχτα

Η Αγγελική ήταν πανέμορφη με το άσπρο χρυσοκέντητο φόρεμα που ήταν ραμμένο αποκλειστικά για εκείνη. Έλαμπε, πηγαινοερχόταν στην αίθουσα σαν μια βασίλισσα ανάμεσα σε αυλικούς. Χόρευε, μιλούσε, γελούσε. Απολάμβανε κάθε στιγμή και φαινόταν. Όλα είχαν μια εντυπωσιακή πολυτέλεια. Τα πάντα ήταν όπως τα ονειρευόταν. Η απόλυτη ευτυχία σκέφτηκε.

Ο πατέρας κοίταζε την Αγγελική και ακόμα ποιο πολύ σκοτείνιαζε το πρόσωπο του.

Οι ερωτήσεις σαν θύελλα κατέκλυζαν τις σκέψεις του. Γιατί τώρα, γιατί όλα αυτά, γιατί… Ήξερε πως αυτές οι ερωτήσεις ήταν περιττές, πως δεν θα άλλαζε η κατάσταση. Όμως οι σκέψεις δεν σταματούσαν. Καταριόταν τον εαυτό του που άφηνε τις σκέψεις να τον συνθλίβουν. Δεν κατάφερνε να τις κάνει να εξαφανιστούν. Έχωσε το χέρι του στην τσέπη του σακακιού του αγγίζοντας το γράμμα.

Μένουν μονό δυο ώρες .

Ο πατέρας κατευθύνθηκε προς το μέρος της Αγγελικής που κουβέντιαζε με τους καλεσμένους τις και τον Πέτρο.

Πατέρας: <<Αγγελική.>> ψιθύρισε

Αγγελική: <<Μπαμπά δε σε είδα όλο το βράδυ. Σε λίγο ο Πέτρος θα ανακοινώσει τους αρραβώνες μας. Δεν είναι θεσπέσια η γιορτή?>>

Ο πατέρας της ένιωσε ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό του και κατάφερε να συλλαβίσει. <<Ναι ,η γιορτή είναι πραγματικά θεσπέσια και εσείς θα γίνεται ένα λαμπερό ζευγάρι.>> Είπε κοιτάζοντας αφηρημένος στους καλεσμένους.

Πατέρας: <<Αγγελική σε παρακαλώ άφησε τους καλεσμένους σου για ένα λεπτό και έλα με τον Πέτρο στο γραφείο μου.

Η Αγγελική έκπληκτη τραντάχτηκε.

<<Τι λες?>> διαμαρτυρήθηκε.

<<Είναι τα γενέθλια μου μπαμπά, ότι και να θες να μου πεις μπορεί να περιμένει. Τίποτα δεν είναι τόσο επείγον.>>

Πατέρας: << Είναι παρά πολύ επείγον.>>

Η Αγγελική έπιασε το χέρι του Πέτρου αποχαιρέτισε τους καλεσμένους τις. Εκνευρισμένη και φανερά ενοχλημένη ακλούθησε τον πατερά της.

Στο γραφείο μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα.

Αγγελική: <<Μητέρα πότε γύρισες από το ταξίδι σου ? Γιατί δεν σε είδα στη γιορτή? Τι συμβαίνει?>>

Μητέρα: <<Αγγελική γλυκιά μου δεν είμαστε οι γονείς σου.>>

Αγγελική: <<Τι??????Δεν το πιστεύω, δεν είναι αλήθεια .Γιατί καταστρέφεται την ποιο όμορφη μέρα τις ζωής μου? >>Τα μάγουλα της έγιναν κατακόκκινα και τα μάτια της άστραφταν από θυμό και οργή. Όμως από πείσμα και μόνο υπέβαλε τον εαυτό της να ηρεμίσει γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά σοβαρή.

Οι γονείς τις δεν είχαν λόγο να τις πουν ψέματα? Γιατί να τις το πουν τώρα? Το μυαλό της έμοιαζε με ένα ηφαίστειο ενεργό αναβλύζοντας καυτά ερωτήματα.

Μητέρα: <<Αγγελική πρέπει να καταλάβεις, ξέρουμε πως έχεις απορίες όμως πρέπει να βιαστείς.>> Η χροιά της φωνής της έβγαζε ένα πνιχτό λυγμό.

Πατέρας: <<Πάρε αυτό το γράμμα , διαβασέτο όταν φτάσεις. Πρέπει να φύγεις σήμερα κιόλας από εδώ.>>

Πέτρος: << Γιατί να φύγει τι έκανε, τι συμβαίνει και ο αρραβώνας?>>

Πατέρας:<< Πέτρο ξέρουμε ότι δεν αγαπάς πραγματικά την Αγγελική και ότι ο λόγος που το κάνεις είναι για να ξεχρεώσεις τα δάνεια των γονιών σου. Δεν θα σε ένοιαζε ο αρραβώνας αλλά θα στεκόσουν δίπλα της τώρα που θα φύγει χωρίς λεφτά και χωρίς εμάς. Μόνοι σε ένα τέτοιο ταξίδι.>>

Η Αγγελική σπάει τη σιωπή της.

Αγγελική: << Τι λέτε ο Πέτρος με αγαπάει και τι είναι αυτά ότι θα φύγω χωρίς λεφτά, χωρίς κανέναν. Δεν καταλαβαίνω. Πέτρο δεν θα μας υπερασπιστείς?>>

Πέτρος: << Λυπάμαι πρέπει να φύγω..>>Είπε κοφτά .Σκυμμένος κατευθυνόταν προς την πόρτα.

Αγγελική: << Τι κάνεις που νομίζεις ότι πηγαίνεις? Νομίζεις ότι με ένα λυπάμαι ότι ξεμπερδέψεις θέλω εξηγήσεις και τις θέλω τώρα.>>

Ο Πέτρος σαν να μην άκουγε την εξοργισμένη φωνή της Αγγελικής έφυγε κλείνοντας ξανά την πόρτα πίσω του.

Αγγελική: <<Τι συμβαίνει?>>

Μητέρα: <<Λυπόμαστε πάρα πολύ ,το ξέρεις ότι σε αγαπάμε και ότι πάντα θα είσαι το αγγελάκι μας όμως πρέπει να φύγεις ,πάρε το αυτοκίνητο σου για το αεροδρόμιο ορίστε τα εισιτήρια. Πρόσεχε το γράμμα.>>

Αγγελική: << Δεν φεύγω όχι χωρίς εξηγήσεις ,όχι έτσι.>>

Πατέρας: <<Οδήγησε την στο αυτοκίνητο της.>> Έδωσε ο πατέρας την εντολή στον μπάτλερ που ήταν εδώ και ώρα στο δωμάτιο .

Αγγελική: << Όχι, όχι φώναζε κλαίγοντας….>>

Μέρες μετά

Νοσοκομείο

Ο γιατρός έγνεψε στη νοσοκόμα να έρθει κοντά του.

Γιατρός: <<Μοιάζει να κοιμάται τόσο γαλήνια?>>

Έδειξε το κρεβάτι όπου ήταν ένα καχεκτικό, με γάζες τυλιγμένο στο σώμα πλάσμα όπου το πρόσωπο του είχε το χρώμα της άσπρης στάχτης. Έμοιαζε νεκρό.

Η νοσοκόμα αποκρίθηκε κοιτώντας με λύπηση το πλάσμα .

<<Δεν νομίζω να αντέξει γιατρέ.>>

Γιατρός: <<Άντεξε ένα τέτοιο ατύχημα, και δεν θα αντέξει τώρα. Κρίμα είναι τόσο νέα και τόσο άτυχη. Σαν την ωραία κοιμωμένη.>> Είπε με τόση τρυφερότητα

Νοσοκόμα: <<Η καημένη και δεν ξέρει καν πως και να ξυπνήσει κάνεις δικός τις δεν έχει μείνει. Οι γονείς πέθαναν δυο μέρες μετά το δικό της ατύχημα. Το έγραψαν και οι εφημερίδες. Έγινε μεγάλο θέμα για αυτήν την τραγωδία. Ξέρεται αν έχει άλλους συγγενείς?>>

Γιατρός: <<Δεν είμαι σίγουρος, πάντως κάθε μηνά λαμβάνει το νοσοκομείο μια επιταγή για τα έξοδα της.>>

Νοσοκόμα: <<Τι λυπηρό για το κορίτσι.>>

Γιατρός: <<Είναι μια από τις πολλές λυπηρές ιστορίες δυστυχώς θα υπάρξουν και άλλες αλλά έτσι είναι η ζωή και για αυτό είναι πολύτιμη.>>

Η νοσοκόμα συμφώνησε με την απάντηση του γιατρού .χωρίς να μιλήσει.

Ο γιατρός έφυγε ζητώντας από τη νοσοκόμα να τον ακολουθήσει.

Ώρες μετά

Μονόλογος Αγγελικής

Ξύπνησα τόσο δύσκολο να το πιστέψουν πολλοί ακόμα και ο γιατρός ακόμα και εγώ. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι να με πλησιάζει ένα αυτοκίνητο γρήγορα, εγώ από το θυμό που είχα ήθελα να ξεσπάσω και άρχισα επιταχύνω σε μια στροφή είδα ένα άλλο αυτοκίνητο. Αποφάσισα να κόψω έτσι ώστε να σκεφτώ όλα όσα συνέβησαν και να ρίξω άλλη μια μάτια στα εισιτήρια που μου έδωσαν. Έτσι έκοψα και κάθισα πίσω από το αυτοκίνητο που συνάντησα στη στροφή. Είδα πάλη εκείνο το αυτοκίνητο που ήθελε να με περάσει, όμως έκοψε. Σκέφτηκα πως και αυτός θα είχε λόγους σαν και εμένα και για αυτό έτρεχε. Φτάνουμε στην τελευταία στροφή μετά ακλουθούσε μια ευθεία μέχρι το αεροδρόμιο. Ξαφνικά πάνω στη στροφή αυτό το αυτοκίνητο προσπαθεί να με περάσει ακουμπάει η άκρη του μπροστινού προφυλακτήρα στην γωνία του δικού μου πίσω αναγκάζοντας έτσι το αυτοκίνητο μου να περιστρέφετε σαν σβούρα. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα.

Όμως όλο αυτό τον καιρό που κοιμόμουν ήξερα πως έπρεπε να ζήσω ακόμα και αν το μου είναι δύσκολο να το πιστέψω ακόμα. Πρέπει να βρω απαντήσεις .Μέσα στο θολωμένο ακόμα από τον ύπνο ,τον πόνο και τα φάρμακα μυαλό ξεπήδησε η σκέψη του γράμματος. Πρέπει να το βρω ,πρέπει να το διαβάσω αυτό είναι η αίτια για όλα. Όμως γιατί δεν έχουν έρθει οι γονείς μου να με δουν μπορεί να μην είναι πραγματικοί αλλά είπαν ότι με αγαπάνε ήταν ψέματα . Όλη έχουν καταρρεύσει γύρο μου έχω κάνει και συνέβησαν όλα αυτά. Όσες φορές και να πω λυπάμαι ή συγγνώμη. Δεν αλλάζει πρέπει να μάθω να βασίζομαι στον εαυτό μου. Από εδώ και περά είμαι μονή.

Μερικοί μήνες μετά

Έξω από την πόρτα του συμβουλευτικού κέντρου.

Εδώ θα με βοηθήσουν ,τη χρίζομαι αυτή τη βοήθεια ,νιώθω τόσο μονή, ίσως εδώ βρω απαντήσεις ,ίσως βρω ανθρώπους με χειρότερα προβλήματα.

Ανοίγω την πόρτα βλέπω άλλους 6 ανθρώπους. Τότε βρίσκω την χαμένη μου περηφάνια . Ανυπομονώ να πω την ιστορία μου και για το λόγο που είμαι εδώ. Γιατί ποιος άλλος από την απόλυτη ευτυχία φτάνει ξανά στην αρχή χωρίς να ξέρει ποιος είναι έχοντας μονό ας το πούμε κατάθλιψη. Μόνο εγώ.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s