Το Κουτί με τα Μυστικά


(Από Ανδρέα Κριτσιμά) :

“Μια «Βιογραφία» γραμμένη για τα «ΕΠΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ» με σκοπό τη δημιουργία ενός βασικού χαρακτήρα-ήρωα, του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ”

Όπως σε όλα σχεδόν τα σενάρια έτσι και εδώ με ένα «FADE IN» αρχίζει ο Αλέξης να σας διηγείται την ιστορία του…

Γεια!!! Είμαι ο Αλέξανδρος ή όπως με φωνάζουν τα φιλαράκια μου, ο Αλέξης! Είμαι 27 και έχω τελειώσει Γερμανική Φιλολογία… σπούδασα στη Θεσσαλονίκη, 5 χρονάκια και κάτι ψηλά… έκανα και “φοιτητική ζωή”, όπως αρμόζει άλλωστε σε όλους τους φοιτητές! Είμαι «παρθενάκι», έτσι το λέω, χαριτολογώντας… πιο συγκεκριμένα έχω γενέθλια στις 16 κάθε Σεπτεμβρίου (1+6=7)! Μένω σε ένα διαμέρισμα μαζί με τον μικρό μου αδερφό, τον Κωνσταντίνο, είναι ένας ζωηρός 12χρονος που ξεχειλίζει ενέργεια, αλλά συνάμα είναι καλό παιδί. Τους γονείς μας τους χάσαμε πριν 2 χρόνια, σε ένα αυτοκινητιστικό «ατύχημα», όπως το χαρακτήρισαν οι αρχές-κάτι όμως μέσα μου, μου λέει ότι δεν έγινε έτσι-και οι δύο χάθηκαν ακαριαία. Το αμάξι δεν μπορούσε να μειώσει ταχύτητα και έτσι φύγανε στο γκρεμό. Αυτή η πληγή είναι τόσο μεγάλη που αμφιβάλω αν κλείσει ποτέ… ακόμα με πονάει… θέλω να ουρλιάξω, αλλά κρατιέμαι, όχι τόσο για μένα, αλλά για τον μικρό μου αδερφό. Εδώ και αρκετό καιρό με βασανίζει κάτι, κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω… φοβάμαι πως άρχισα και χάνω τα λογικά μου, ύστερα από το δυνατό σοκ του θανάτου των γονιών μας… αλλά και αρκετά χρόνια πριν συμβεί το μοιραίο, είχα διάφορες εμμονές… Μήπως έχω αρχίσει να τρελαίνομαι (;)… να το πάλι… να το… ξανασυμβαίνει… αρχίζω και φοβάμαι, έχω αγχωθεί… σαν κάτι ή κάποιος να έχει βγάλει ένα λουρί, να το έχει περάσει στο λαιμό μου και να το σφίγγει. Γιατί τι; Τι του έκανα; Δεν μπορώ να αναπνεύσω, προσπαθώ αλλά με δυσκολία αναπνέω. Δεν μπορώ να σταθώ άλλο όρθιος. Πέφτω στο πάτωμα, ζαλίζομαι, νομίζω ότι χάνω τον έλεγχο… πεθαίνω; Το μάτι μου έπεσε πάνω στο κουτί, σε αυτό το κουτί της Ηρώς. Τι διάολο έχει μέσα εκεί; Λες και κάτι κακό είναι κρυμμένο μέσα εκεί. Λες αυτό να μου επιτίθεται; Αλλά γιατί; Δεν αντέχω άλλο… κρύος ιδρώτας κυλά επάνω μου σαν ποτάμι που ρέει ασταμάτητα, νομίζω ότι έχω πάθει ναυτία ή κάτι τέτοιο… πρέπει να ανοίξω αυτό το ριμαδο-κουτί, πρέπει να μάθω εδώ και τώρα τι κρύβει μέσα… όμως… δεν έχω άλλες δυνάμεις το νιώθω… Και έγινα ένα με το πάτωμα, πλέον έχω χάσει τις αισθήσεις μου για τα καλά.

*******

Μόνος μέσα στο διαμέρισμα, καθισμένος στο τραπέζι ρίχνω μια ματιά στις σημειώσεις που λίγο πριν έρθουν ο Παναγιώτης και η Μαριλένα για το ιδιαίτερο… δύο γειτονάκια, πολύ ήσυχα παιδιά, τους κάνω μαθήματα γερμανικών εδώ στο σπίτι, κάπως πρέπει να βγάλω κι εγώ τα πόστο ζην και κάτι παραπάνω. Μην ξεχνάτε τον μικρό μου αδερφό, πρέπει να ζει άνετα και την ευθύνη την έχω εγώ. Δουλεύω σε ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών άλλα τα χρήματα που παίρνω δεν είναι αρκετά, γι’ αυτό κάνω και κάποια ιδιαίτερα στο σπίτι. Ο αδερφός μου είναι επάνω στην διαχειρίστρια, κάθε φορά που έχω μάθημα πηγαίνει επάνω στην κυρία Χρυσούλα για να μην μας ενοχλεί. Η κυρία Χρυσούλα δεν έχει εγγόνια και βλέπει τον μικρό Κωνσταντίνο σαν εγγονό της, τον αγαπάει πολύ, εδώ και τέσσερις μήνες που ήρθαμε σε αυτή τη πολυκατοικία, έχουμε γίνει καλή φίλη. Δεν είναι λίγες οι φορές που μαγειρεύει και μας φέρνει και εμάς να φάμε από τα νόστιμα φαγητά της. Κοιτώντας τα βιβλία μου είδα κάπου γραμμένη με μολύβι τη φράση «ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ» και από κάτω μια ζωγραφισμένη καρδούλα, επίσης με μολύβι. Αναμνήσεις ξύπνησαν παντού μέσα μου… μια γλυκιά νοσταλγία με έπιασε, ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα-όμως ως «παρθενάκι» δύσκολα εξωτερικεύομαι, δύσκολα δείχνω τα συναισθήματα μου σε άλλους-όμως κατάφερα να τα συγκρατήσω, όχι ότι θα με έβλεπε κανείς να κλαίω αλλά είπαμε «παρθενάκι», δύσκολη περίπτωση. Χαρούμενες εικόνες ξεπηδούσαν μπροστά μου, φάνταζαν αληθινές, τόσο μα τόσο αληθινές, τρυφερές στιγμές αγκαλιά με την Έλσα. Τη θυμάμαι, να ψιθυρίζει στο αυτί μου τα τόσο τρυφερά λόγια από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, καθόμασταν σε ένα παγκάκι και χαζεύαμε τη θάλασσα… Πως είναι δυνατόν να μη συγκινηθώ…
«…Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σού μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά –κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε…»
… και τα δάκρυα δεν άργησαν να κυλήσουν από τα μάτια μου…και τα δάκρυα έγιναν λυγμοί… Θυμήθηκα και πως την φώναζα, «Θεά της Σαμοθράκης, Αήττητη πάνω από τα βουνά της θάλασσας». Θεά!, φυσικά και της άξιζε αυτός ο τίτλος, ήταν ένα πλάσμα αγγελικό, τρυφερό πρώτη φορά στη ζωή μου είχα συναντήσει τέτοιο πλάσμα. Από την πρώτη στιγμή που την είδα, ακαριαία την ερωτεύτηκα, τόσο δυνατά… Ήταν δύο χρόνια μικρότερή μου, καταγόταν από τη Σαμοθράκη, «το νησί των Θεών», γι’ αυτό την αποκαλούσα Θεά της Σαμοθράκης, Θεά των Θεών! Ήταν Δίδυμος, οι Παρθένοι ταιριάζουν με τους Δίδυμους, έχουν τον Ερμή κοινό κυβερνήτη! Τόσο πολύ ταιριάξαμε, αλλά μια μέρα έτσι ξαφνικά, χάθηκε, σαν χελιδόνι που φεύγει για άλλους τόπους, έτσι απλά εξαφανίστηκε από τη ζωή μου… Αν ξαναγύριζε, μα το Θεό, θα γύριζα πίσω σε αυτή, χωρίς καμία αναστολή, είμαι ακόμα τόσο ερωτευμένος, η φλόγα μέσα μου, αθάνατη, αδύνατη να σβήσει.
Το κουδούνι χτύπησε. Έτρεξα γρήγορα μέσα στη τουαλέτα και έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου. Το κουδούνι ξαναχτύπησε. «Τώρα» φώναξα και έτρεξε ευθείς στη πόρτα. Ανοίγω και βλέπω… την κυρία Χρυσούλα να τραβά από το αυτί τον αδερφό μου. Άρχισε να ωρύετε, μου έλεγε για ένα κρυστάλλινο βάζο που της το έσπασε ο μικρός ενώ έπαιζε. Από μέσα μου είπα: «Παιδί είναι!». Της ζήτησα συγγνώμη και της έδωσα κάποια χρήματα προσπαθώντας να την ηρεμίσω, και αυτή άλλο που δεν ήθελε, σχεδόν τα άρπαξε μέσα από τα χέρια μου. Τώρα, τι θα σε κάνω εγώ μου λες; απευθύνθηκα στον Κωνσταντίνο. Στεναχωρημένος μου ζήτησε συγγνώμη ο καλός μου και άρχισε να κλαίει, του είπα πως δεν πειράζει για ότι έγινε με το βάζο και ότι πρέπει να μείνει ήσυχος στο δωμάτιο του μέχρι να τελειώσω το μάθημα. Αμάν και αυτά τα παιδιά, που είναι; Γιατί άργησαν τόσο πολύ; Είναι πάντα τόσο συνεπείς και σήμερα, και σήμερα τι;
Το κινητό μου χτύπησε, αμέσως ακούστηκε η μελωδία από το τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου, «ο Αύγουστος». Ήταν η Ηρώ, μου είπε να πάω να τη πάρω από ένα καφέ-μπαρ που κάθισε με κάτι φίλες της, την Ευτέρπη, την Έλφη και την Εύη. Είχε πάει για ψώνια και ξέμεινε από χρήματα, το ίδιο και οι φίλες της, και τώρα δεν μπορεί να επιστρέψει σπίτι. Της υπενθύμισα ότι έχω ιδιαίτερο και ότι δεν μπορώ να πάω και αυτή με διέκοψε λέγοντας μου, ότι χθες το βράδυ πήραν οι γονείς των παιδιών και της είπαν ότι θα πάνε μονοήμερη εκδρομή με το σχολείο. Και ότι πριν φύγει για ψώνια μου άφησε ένα σημείωμα πάνω στο ψυγείο που τα εξηγούσε, αλλά εγώ δεν το πρόσεξα. Έκλεισα το κινητό μου και πήγα να την πάρω με το παλιό «NISSAN» που έχω, μεταχειρισμένο αλλά όπως και να έχει μια χαρά την κάνει τη δουλειά του, με πάει και με φέρνει από το φροντιστήριο.

*******

Αργά το βράδυ, με ατμόσφαιρα ρομαντική, κεράκια να σιγολιώνουν και οι φλόγες τους να μας λαμπαδιάζουν το πάθος μας, αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι ερωτοτροπούσαμε. Σφίξαμε τα χέρια μας και τα σώματα μας έγιναν ένα, αφεθήκαμε στο πάθος του Θεού Έρωτα. Τα ιδρωμένα μας κορμιά έφταναν στην αποκορύφωση της ηδονής… Εγώ βρισκόμουν από κάτω, και το αρωματισμένο με κρέμα σώματος κορμί της Ηρώς από πάνω μου. Πάνω στην κορύφωση, στο πρόσωπο της Ηρώς, βλέπω… το αγγελικό προσωπάκι της Έλσας. Εκεί τρομάζω. Σταματάω το οτιδήποτε, το πάθος μας δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Πρώτη φορά το παθαίνω αυτό, δε ξέρω τι μου συμβαίνει. Ίσως φταίει η θύμηση της σήμερα το απόγευμα, αφού βρήκα το σημείωμά της «ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ». Αυτή έφυγε και η σκέψη της θα με κυνηγά σαν στοιχιό, δεν θα με αφήσει ποτέ ήσυχο. Εγώ δεν θέλω τη σκέψη της, αλλά αυτή. Μέχρι και την Ηρώ θα άφηνα αν γύριζε πίσω. Ας έρχονταν, ας επέστρεφε σε εμένα και θα ήμασταν μαζί για πάντα.
Ο Αύγουστος του Ν. Παπάζογλου κελάηδησε δίπλα στο κομοδίνο. Τα μάτια μου άνοιξαν. Κοίταξα το ρολόι. Η ώρα είχα πάει μόλις, μία και μισή. Έπρεπε εδώ και μισώ ώρα να ήμουν στο φροντιστήριο. Σωστά, από εκεί ήταν το τηλεφώνημα. Η κυρία Αναστασία, η διευθύντρια και εργοδότρια μου, μου τα έψαλε κανονικά. Άργησα και ούτε καν το κόπο να ειδοποιήσω δεν έκανα. Πάντα τόσο αυστηρή είναι, όχι μόνο με εμένα αλλά με όλους. Την έχασα αυτή την ώρα. Τώρα έχω μάθημα ξανά στις τέσσερις, έχω καιρό μπροστά μου για ένα καφεδάκι και για ένα αναζωογονητικό και απαραίτητο μπανάκι.
Μόλις είχα πιει το καφεδάκι μου και τώρα απολαμβάνω το μπάνιο μου, τραγουδώντας κάποιους στίχους από το Serenade, αγαπημένο κομμάτι, “Did you see the lights. As they fell all around you. Did you hear the music. Serenade from the stars… Wake up, wake up. Wake up and look around you. We’re lost in space and the time is our own…” μου θύμιζε την Έλσα, ήταν το κομμάτι μας! Γιατί όλα μου θυμίζουν αυτή; Με μια πετσέτα γύρο από τη μέση βγήκα από το μπάνιο, σφυρίζοντας ακόμα τη μελωδία από το ίδιο κομμάτι. Ο Κωνσταντίνος είχε γυρίσει από το σχολείο και έπαιζε μέσα στο δωμάτιο του. Περνώντας απ’ έξω τον άκουσα να μιλάει. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Μιλούσε μόνος του. Έκανε ολόκληρες συζητήσεις, μόνος του, ολομόναχος. Σήμερα όμως κάτι με έκανε να ανησυχήσω κάπως περισσότερο από τις άλλες φορές. Πλησίασα στη πόρτα και κοντοστάθηκα εκεί για να τον ακούσω… «Τελικά είναι τόσο κακό αυτό το κουτί; Μου λες την αλήθεια;» Αυτή η φράση με έκανε να τα χάσω… Για ποιο κουτί λέει; Για το κουτί που φυλά η Ηρώ και δεν το ανοίγει ποτέ; Στάθηκα κι άλλο στη πόρτα του… «Μη με λες Ντίνο… δε μ’ αρέσει. Κωνσταντίνο με λένε! Και δε μ’ αρέσει να με φωνάζουν… όχι, όχι δεν το χαλάω το κουτί. Ο αδερφός μου θα με μαλώσει…» Μα τι στο καλό; Αναρωτήθηκα… τι συμβαίνει εδώ; Εκείνη τη στιγμή άκουσα τα κλειδιά στη πόρτα. Ήταν η Έλσα, μόλις επέστρεψε. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο έξω από τη πόρτα του μικρού, άλλωστε πέρασε και η ώρα. Πρέπει να ετοιμαστώ και να φύγω αμέσως για το φροντιστήριο.
Στη κρεβατοκάμαρα η Έλσα πλησιάζει το κουτί. Στα χέρια της κρατά ένα κλειδί. Διάολε είναι το κλειδί που το ανοίγει! «Να πάρει, ξέχασα το βιβλίο των εκθέσεων επάνω… άντε να ξανανέβω στο διαμέρισμα.» Ήμουν ακριβώς από κάτω, μόλις είχα κατέβει και τώρα έπρεπε να ανέβω και πάλι επάνω. Καλώ το ασανσέρ, αλλά τίποτα τζίφος. Θα είναι πάλι εκτός λειτουργίας. Αμάν αυτή η κυρία Χρυσούλα, τίποτα δε κάνει και θέλει να είναι και διαχειρίστρια. Η Έλσα έχει πλέον ανοίξει το μυστηριώδες κουτί. Μπήκα μέσα στο διαμέρισμα… επτά ορόφους ανέβηκα με τα πόδια. Να το! Το βιβλίο το είχα ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι. Παίρνοντας το, άκουσα έναν θόρυβο στη κρεβατοκάμαρα… Σίγουρα η Ηρώ θα είναι! Πάω να της δώσω ένα φιλάκι και θα φύγω. Η πόρτα δεν ήταν τελείως σφραγισμένη, μπόρεσα να δω τη σιλουέτα… Μα τι κάνει; Άνοιξε το κουτί; Και δεν μπούκαρα μέσα να της δώσω το φιλάκι, αλλά στάθηκα εκεί. Περιμένοντας να δω τι κρύβει αυτό το κουτί. Έβλεπα την Έλσα να κρατά μια φωτογραφία. Και να κλαίει… Μα γιατί; Τι μου κρύβει; Γιατί κλαίει; Πάνω στο κομοδίνο είχαμε μια φωτογραφία τα δύο μας, από ένα πάρτυ ενός φίλου μου! Τη παίρνει στα χέρια της και ξαφνικά τα συναισθήματα άλλαξαν… Θα ορκιζόμουν πως την είδα να τη κοιτά με μίσος. Ύστερα από το κουτί της έβγαλε ένα μενταγιόν… Χριστέ μου! Αυτό το φορούσε η Έλσα, της το είχα κάνει δώρο εγώ! Είμαι σίγουρος ότι είναι αυτό. Έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και εγώ από την μεριά μου έφυγα άρον-άρον για να μην με δει.

*******

Στο φροντιστήριο, όλα τα παιδιά γράφουν έκθεση, τους έβαλα και μια επιπλέον για το σπίτι, για να εξασκηθούν, στις 27 Μαΐου δίνουν εξετάσεις για το πτυχίο και πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένοι. Εγώ ξεφυσάω και ξεφυσάω… δε περνά η ώρα με τίποτα… χαμένος στις σκέψεις μου. Ανοίγω ένα βιβλίο και το ξεφυλλίζω για να περάσει η ώρα… Χωρίς να το καταλάβω άρχισα να μετράω ένα-ένα τα γράμματα της κάθε λέξεις, παρατήρησα ότι μετρούσα μέχρι το «ΕΠΤΑ» και μετά ξανάμματα πάλι από τη αρχή. Η ίδια δουλειά, συνέχεια. Σε μια στιγμή ένιωσα ότι πνίγομαι μέσα στην αίθουσα ότι δεν έχω αέρα, άρχισα να ιδρώνω… Θυμήθηκα ότι αυτό το πράγμα, το να μετρώ συνέχεια κάτι, το οτιδήποτε, το είχα από μικρό παιδί. Μετρούσα και μετρούσα μέχρι τον αριθμό «7». Ασυνείδητα, και άσκοπα… έτσι μου έβγαινε από μόνο του και εγώ δε το εμπόδιζα, το άφηνα να γίνεται. Μια μέρα άκουσα σε μια εκπομπή ότι αυτό λέγεται “εμμονή”, αλλά δεν ήταν αυτό που με τρόμαξε τόσο, το ότι ο ειδικός είπε ότι άνθρωποι που παρουσιάζουν εμμονές , μπορεί να έχουν κάποιο σοβαρό παθολογικό πρόβλημα, κάτι άσχημο ίσως στον εγκέφαλο. Αυτό με φόβισε πολύ, πάρα πολύ. Από το μέτρημα των γραμμάτων που φτιάχνουν μια λέξη, άρχισα να νιώθω πως καταρρέω, Όχι γαμώτο μέσα στην αίθουσα! Όχι! Ο Σπύρος «πετάχτηκε» να ρωτήσει κάτι, κάπου κόλλησε στην έκθεση. Η Έκπληξη… ότι συνήλθα. Σταμάτησαν όλα. Από εκεί που νόμιζα ότι θα κλατάρω, είμαι μια χαρά!
Αφού τον βοήθησα να προσπεράσει το εμπόδιο που συνάντησε, γύρισα και κάθισα ξανά στην έδρα. (κάποια κοριτσάκια με γλυκοκοιτάζουν, τους αρέσει η ιδέα να τα φτιάξουν με το δάσκαλό τους, αλλά εγώ δεν κάνω τέτοια, άσε μου είναι και μικρές. Θέλω να έχω το κεφάλι μου ήσυχο!) Σκεφτόμουν όλα αυτά… όμως θυμήθηκα και την Ηρώ, αυτό το βλέμμα της γεμάτο μίσος όπως κοιτούσε τη φωτογραφία. Άραγε γιατί τη κοιτούσε έτσι; Μήπως δεν κατάλαβα εγώ καλά; Μήπως δεν είμαι καλά; Περίεργη γυναίκα αυτή η Ηρώ. Εμφανίστηκε στη ζωή μου, έτσι ξαφνικά. Με το που χάθηκε η Έλσα, να τη η Ηρώ εμφανίστηκε. Μήπως η εξαφάνιση της Έλσας έχει κάποια σχέση με την Ηρώ. Θεέ μου! Το μενταγιόν που της χάρισα τη δουλειά έχει στο κουτί της Ηρώς; Αποκλείεται; Κάνω σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αποκλείεται η Ηρώ να έκανε κάτι κακό. Από την άλλη γιατί είμαι τόσο σίγουρος; Σάμπως τη ξέρω καλά; Ποτέ της δε μιλάει για τον εαυτό της. Δεν λέει τίποτα. Ώρες-ώρες είναι πολύ περίεργη. Δεν είναι λίγες οι φορές που την έπιασα να κάθεται ξύπνια όσο κοιμάμαι και να με κοιτά. Από πού στο καλό εμφανίστηκε αυτή η Ηρώ; Τι στο διάολο θέλει; Αυτό το χαζοκούτι τι κρύβει μέσα του;
Η μία σκέψη διακατείχε την άλλη. Το πνίξανε το μυαλό μου. Ήταν έτοιμο να εκραγεί. Θυμάμαι κάτι περίεργα όνειρα που βλέπω. Βλέπω μια παρέα επτά φίλων-το παράξενο είναι ότι δεν γνωρίζω κανέναν-σε ένα δάσος να τρέχουν, κάποιον κυνηγάνε… κυνηγάνε ένα μικρό αγόρι. Το μικρό αγόρι πέφτει κάτω. Τραυματίζεται. Τα παιδιά έχουν μαζί τους ένα σκύλο. Τον ελευθερώνουν. Ο σκύλος ορμά στο μικρό παιδί και το κατασπαράζει. Βλέπω ένα κορίτσι να τους κοιτάζει από μακριά ανήμπορη να κάνει κάτι… Βλέπει το μικρό αγόρι να το κατασπαράζει ένα ανελέητο κτήνος, αλλά πιο ανελέητοι είναι οι «7». Και ξυπνάω απότομα. Αλλά προηγουμένως, ίγο πριν ανοίξουν τα μάτια μου ύστερα από κάθε τέτοιο όνειρο, έχω την αίσθηση ότι κάποιος με πνίγει, κάποιος ή κάτι με πνίγει και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

*******

Δεν έχω κάποιον άνθρωπο στον οποίο να μπορώ να μιλήσω… να του πω όλα αυτά που μου συμβαίνουν. Ο μικρός μου αδελφός, μου λέει ότι βλέπει φαντάσματα, και ότι είναι φιλικά. Μάλιστα κάνει και παρέα με ένα από αυτά. Τι να κάνω; Έχω τόσα προβλήματα. Δεν αντέχω άλλο. Ο «φανταστικός» του φίλος του λέει ότι επτά άνθρωποι των σκότωσαν. Και ότι η αδελφή του ζητά απεγνωσμένα εκδίκηση. Και να είναι αλήθεια όλα αυτά πως μπορεί η αδερφή του να ζει; Θεέ μου! τι κάθομαι και σκέφτομαι. Τα έχω τελείως χαμένα. Πάει, αυτό ήτανε. Ο φόνος έγινε στις 7-7 το, δε υπάρχει καμία πιθανότητα να ζει η αδερφή του. Η αδερφή του αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα φίδι να τη τσιμπήσει. Μάλιστα το φίδι την είχε τσιμπήσει επτά φορές στην «αχίλλειο» φτέρνα της. Μπούρδες… σιγά την εκδίκηση «της ξανθιάς»! Κι όμως μέσα μου πίστευα πως όλα αυτά ήταν αλήθεια, αν όχι όλα έστω κάτι από αυτά.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι τα σκέφτομαι όλα αυτά. Όλα αυτά και άλλα τόσα. Άθελα μου με νευρικότητα «παίζω» με το μενταγιόν που φοράω. Που το είχε κάνει δώρο η Έλσα. Δεν κατάλαβα ποτέ μου τι είναι… Μοιάζει σαν επτά αλλά και σαν κλειδί. Πάντα το φοράω. Δε το βγάζω ποτέ από πάνω μου. Το έχω σαν φυλαχτώ, νομίζω πως στα δύσκολα με φυλάει. Τη νιώθω πλάι μου με αυτό το μενταγιόν, δε θα τη ξεχάσω ποτέ και ούτε θέλω να τη ξεχάσω. Η Ηρώ έρχεται από το ντους με το μπουρνούζι και ξαπλώνει και αυτή στο κρεβάτι. Βάφει τα νύχια της. Τότε προσέχω πως στο πόδι της, στη φτέρνα της έχει 7 σημάδια. Σαν κάτι να την έχει δαγκώσει. Ένα ρίγος διαπερνά όλο μου το κορμί. Τι ρωτώ για τα σημάδια και μου εξηγεί ότι έτσι γεννήθηκε, με αυτά τα σημάδια.
Κοιμάμαι… η Ηρώ σηκώνεται από το κρεβάτι διακριτικά. Σα να μην θέλει να τη καταλάβω. Κι όμως εγώ την κατάλαβα. Υποκρίνομαι πως κοιμάμαι. Έτσι μου δίνετε ευκαιρία να δω τι θα κάνει. Ξελύνει από το λαιμό της αυτό που φοράει, ένα «κλειδί». Με αυτό ανοίγει το κουτί της. Α, έτσι κρατάς πουλάκι μου επτασφράγιστο το μυστικό σου;! Από το κουτί βγάζει αρκετά αντικείμενα… ένα ημερολόγια, κάποιες φωτογραφίες, το μενταγιόν της Έλσας, είναι ολόιδιο, τώρα είμαι σίγουρος πως αυτό είναι. Ακόμη βγάζει κάτι κλειδιά από κάποιο σπίτι. Όχι, όχι… όχι… τα αναγνωρίζω αυτά τα κλειδιά είναι τα κλειδιά από το σπίτι των γωνιών μου στη Σαμοθράκη, ορίστε και το μπρελόκ, έχει τη φωτογραφία του σκύλου μας, που δε ζει πια, του Άρη. Θεέ μου, αυτή τους σκότωσε; Τι στο διάολο τα θέλει τα κλειδιά των γωνιών μου; Πως τα βρήκε; Είμαι σίγουρος πως σκότωσε και την Έλσα. Είναι τρελή. Πρέπει κάτι να κάνω. Μπορεί να κάνει κακό και στον μικρό. Πρέπει να βιαστώ. Η Ηρώ κρατάει στα χέρια της μια φωτογραφία, με τη παρέα που βλέπω στα όνειρα μου. Έντρομος την πλησιάζω από πίσω, σιγά-σιγά, χωρίς να με καταλάβει και της κοπανάω στο κεφάλι ένα βάζο. Πέφτει σύξυλη κάτω στο πάτωμα. Τη γυρίζω και βλέπω. Το κορίτσι που βλέπω στους εφιάλτες μου…
Πετάγομαι από το κρεβάτι, είμαι μουσκεμένος από τον ιδρώτα. Έβλεπα έναν εφιάλτη. Η Ηρώ λείπει. Έχει αφήσει ένα σημείωμα. «Μωρό μου, έφυγα νωρίς και δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Ο παππούς μου δεν είναι καλά. Θα μείνω απόψε μαζί του. Φιλάκια μωράκι μου!» Ευκαιρία να μάθω την αλήθεια!

*******

Αποφασισμένος να φέρω στο φως τα μυστικά που έχει τόσο καλά κλειδωμένα το κουτί. Μα πως όμως θα το ανοίξω; Δε πειράζει, αν δεν βρω τρόπο θα το σπάσω. Πρέπει να μάθω την αλήθεια. Ψάχνω όλο το σπίτι για να βρω το κλειδί. Στον ύπνο μου είδα το κλειδί να το φοράει η Ηρώ. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως φοράω επάνω μου το φυλαχτό της Έλσας. Το βγάζω και στέκομαι μπροστά στο κουτί. Είμαι έτοιμος να το ανοίξω. Κι όμως διστάζω. Νιώθω πως θα συμβεί κάτι κακό. Βάζω στη σχισμή το μενταγιόν και δοκιμάζω να το ανοίξω. Γαμώ το. Πέτυχε! Άνοιξε. Τώρα; Ανοίγω το κουτάκι σιγά-σιγά, με φόβο και με δισταγμό. Με κρατημένη την ανάσα. Το άνοιξα… είναι άδειο! Σαν να έχει παγώσει ο χρόνος γύρος μου. Μου πέφτει από τα χέρια. Είναι έξω από τη πόρτα της κρεβατοκάμαρας και τον παρακολουθεί. Στα χέρια της κρατά τη φωτογραφία με τα επτά παιδιά που βλέπει στα όνειρα του…
Δεν αντέχω άλλο… κρύος ιδρώτας κυλά επάνω μου σαν ποτάμι που ρέει ασταμάτητα, νομίζω ότι έχω πάθει ναυτία ή κάτι τέτοιο… δεν έχω άλλες δυνάμεις το νιώθω, με εγκαταλείπουνε, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο… Και έγινα ένα με το πάτωμα, πλέον έχω χάσει τις αισθήσεις μου για τα καλά.

Μέρες μετά…

Καθόμαστε με την Ηρώ στο σαλόνι και πίνουμε καφέ. Η συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Βγάζει από τη τσάντα της μια κάρτα. Μου λέει ότι πρέπει να κάνω κάτι για μένα, ότι δεν είμαι καλά και ότι χρειάζομαι βοήθεια ενός ειδικού. Έτσι θα μπορέσω να ξεπεράσω τους εφιάλτες, τις κρίσεις πανικού, ακόμα και τις εμμονές. Μου δίνει τη κάρτα ενός γραφείου γραφείο συμβουλευτικής και υποστήριξης…

*******

Δεν ξέρω γιατί σας μίλησα… γιατί σας είπα τόσα πολλά. Σχεδόν ποτέ δεν εκφράζομαι, τα κρατάω όλα μέσα μου… τα θάβω και δεν τα αφήνω να βγουν στην επιφάνεια… δεν είναι λίγες οι φορές που διαγραφώ καταστάσεις που με πληγώνουν… έτσι λειτουργεί ο εαυτός μου, είναι άμυνα για να μην τρελαθεί. Πάντως, τώρα που σας τα είπα όλα αυτά, νιώθω κάπως καλύτερα… σαν ένα βάρος να έφυγε από πάνω μου… Βλέπετε κανείς μέσα από το διαδίκτυο μπορεί να μιλήσει, ΕΛΕΥΘΕΡΑ, μπορεί να αφήσει τη ψυχή του να μιλήσει… σε έναν άγνωστο. Εσείς τι θα με συμβουλεύατε; Να πάω στο γραφείο συμβουλευτικής υποστήριξης που μου πρότεινε η Ηρώ ?

ΤΕΛΟΣ.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

10 Responses to Το Κουτί με τα Μυστικά

  1. andreas_kr says:

    Να πας Αλέξη μου… να πας! Δε φαντάζεσαι τι θα γίνει ΕΚΕΙ…

  2. andreas_kr says:

    Μπορείτε να το δείτε κι εδώ… σε καλύτερη ανάλυση:

  3. spark says:

    Να πας… και να μας πεις και τη συνέχεια όταν επιστρέψεις 🙂

  4. andreas_kr says:

    Αν με το καλό πάει, να είστε σίγουροι ότι θα μας τη πει τη συνέχεια η σεναριογράφος μας… αλλά και όλοι εσείς που θα επηρεάζετε το σενάριο ή καλύτερα… ΕΜΕΙΣ! 🙂

  5. spark says:

    … Μα δεν υπάρχει κανένας κανονισμός που να λέει ότι μπορείς να στείλεις μόνο 1 ιστορία ή μόνο την αρχή της. Μπορείς να στείλεις όσες εκδοχές θέλεις… και να συνεχίσεις το “παρόν”.. να πας στο “πριν” να τρέξεις στο “μετά”….

    Στο χέρι σου είναι, τη διάθεση και την έμπνευσή σου…
    Άσχετο από το αν υλοποιήσουν ή όχι…. πολλά άτομα θα απολαύσουν εδώ την ιστορία σου 🙂 λίγο είναι;

    (Χωρίς να ξέρεις ποτέ ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από 1 οθόνη και να διαβάζει το κείμενό σου 🙂

    • andreas_kr says:

      Δεν νομίζω να προλαβαίνω να γράψω κάτι άλλο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας… δηλαδή μέχρι αύριο. Αρχίζει η εξεταστική μου και δυστυχώς πρέπει να συγκεντρωθώ, απόλυτα σε αυτή… κλαψ, κλαψ…
      Πάντως, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!

  6. andreas_kr says:

    Ας ευχηθούμε “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”… στον Αλέξανδρο! Σήμερα γιορτάζει!!! 🙂

  7. AMALIA KOUKIOU says:

    ΑΠΛΗ, ΖΩΝΤΑΝΗ ΓΡΑΦΗ, ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ, ΔΥΝΑΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟ ΕΥΡΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ …. , ΙΝΤΡΙΓΚΑΔΟΡΙΚΟ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΦΥΓΗΣ ΣΤΟΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ Η’ ΟΧΙ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ-ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΛΟΚΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΣΣΟΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ! Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΑΚΤΙΝΑΣ ΤΟΥ 7 ΠΑΡΟΥΣΑ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ/ ΚΑΘΙΣΤΑ ΠΙΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΙ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΜΟΝΗ ….ΤΟ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΑΥΤΗΣ ….ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ….

  8. andreas_kr says:

    Έγραψα τον την Ιστορία του Αλέξη με σκοπό να δώσω το έναυσμα και το ερέθισμα στη σεναριογράφο να δημιουργήσει! Δεν θέλω να υιοθετηθεί αυτή καθαυτή η ιστορία μου αλλά να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη δημιουργό και να φανταστεί κάτι μοναδικό. Αν πραγματικά κατάφερα να της δώσω έστω και ένα τόσο δα ερέθισμα για να δημιουργήσει τότε πέτυχα το στόχο μου!

    Φιλικά,
    Κριτσιμάς Ανδρέας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s