Μια Γραμματέας για τον κύριο Λιανό


(Από Euri Pityriga) :

Ήταν νέα, 25 χρονών και πολύ όμορφη. Μακριά ξανθά μαλλιά, μπλε μάτια, όμορφο πρόσωπο κι ένα ωραιότατο ροζ μπλουζάκι με μίνι ροζ φούστα για περιτύλιγμα. Καθόταν σε ένα γραφείο, απέναντι από τον κύριο Δάντη, έναν κατσαρομάλλη νόστιμο σαραντάρη, ντυμένο στην τρίχα, με το άφτερ σέηβ να κάνει αισθητή την παρουσία του πάνω του.

«Είστε η… Θεοδώρα Αμαράντου, σωστά;»
«Οι φίλοι με φωνάζουν Τέζυ», απάντησε χαριτωμένα.
«..ννναιι..Τέζυ», χαμογέλασε με τα δόντια του.
«…και είστε εδώ για τη θέση της γραμματέως του κυρίου Λιανού.»
«Μάλιστα», είπε σφίγγοντας τα χέρια στα σταυρωμένα γόνατά της φέρνοντας μπροστά τους ώμους της.
«Το… βιογραφικό σας είναι… (κοιτάει στο στήθος της και πάλι τα χαρτιά του) πολύ μεγάλο – καλό! Μεγάλο και καλό… εμ, πως μάθατε για τη δουλειά;»
«Το σπίτι μου είναι λίγο πιο κάτω, περνάω αρκετές φορές από εδώ για να πάω στο γυμναστήριο και καθώς περνούσα έξω από το κτίριο άκουσα κάτι κουστουμαρισμένους κύριους να αναφέρουν για μία κενή θέση εργασίας – αρκετά γλυκούλης ο ένας από αυτούς. Είχα μερικά χρόνια προϋπηρεσίας, ξέρω τη δουλειά, χρειαζόμουν δουλειά και είπα γιατί όχι; Άλλωστε αυτοί οι καιροί απαιτούν σταθερό μισθό ή άντρα με σταθερό μισθό, δεν συμφωνείτε;», γέλασε.
Γέλασε κι εκείνος. «Ναι, ναι… δηλαδή έρχεστε μόνο για τα λεφτά, έτσι;», της έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. Ήθελε να την φέρει σε δύσκολη θέση. Πάντα δασκαλεύουν τους υποψηφίους να μην αναφέρουν τον οικονομικό λόγο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, άσχετα αν τις περισσότερες φορές είναι ο μόνος λόγος.
Η Τέζυ έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη, χωρίς να μιλάει. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί πάνω της. Το ήξεραν και οι δύο πως η απάντησή της εκείνη τη στιγμή θα αποτελούσε κομβικό σημείο της συζήτησης για την πρόσληψή της. Αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της αλήθειας.
«Στην πραγματικότητα», είπε, «δεν είναι ο λόγος κυρίως οικονομικός». Ο Δάντης έγειρε το κεφάλι του στα δεξιά ελαφρώς γεμάτος περιέργεια. Δεν την περίμενε αυτή την απάντηση. «Ο κύριος Λιανός είναι από τα κύρια πρόσωπα με τα οποία ασχολείται ο κίτρινος τύπος. Και, γιατί όχι, άλλωστε, έτσι; Είναι ώριμος, όμορφος, πετυχημένος. Θα ήθελα να τον γνωρίσω και να διαπιστώσω αν όλα όσα ακούω και διαβάζω για αυτόν είναι αλήθεια!» Αυτή την απάντηση κι αν δεν περίμενε.
Ο Δάντης χαμογέλασε. Αυτή η κοπέλα είτε έβλεπε πολλά μεσημεριανά είτε ήταν πανέξυπνη και του την είχε φέρει. Όπως και να είχε το πράγμα η συζήτηση είχε ξεφύγει από το μονοπάτι που προσπάθησε αρχικά να τη φέρει. «Όπως;».
Το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Να, όπως αν έχει κάνει φιλανθρωπικό έργο!»
«Έχει κάνει»
«Έχει χτίσει επτά σχολεία στην Ανατολή;!»
«Έντεκα και τώρα χτίζεται το δωδέκατο», γέλασε και χάιδεψε την γραβάτα του γέρνοντας προς τα πίσω. Του άρεσε η κοπελιά. «Τι άλλο έχετε ακούσει;»
«Είναι αλήθεια πως οι επτά τελευταίες του σχέσεις ήταν με κάτι γνωστά μοντέλα;!»
«Εδώ θα σας απογοητεύσω… ήταν μόνο τέσσερα! Δεν έχει και πολύ χρόνο για έρωτες. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η διοίκηση της εταιρίας. Να, μια πληροφορία που δεν σας έχουν μάθει τα… κουτσομπολίστικα: Δεν έχει διώξει κανέναν υπάλληλο για περικοπές προσωπικού κι ας περνάει η οικονομία μας τι περνάει. Αυτό, αυτό είναι αξιοθαύμαστο!»
Χωρίς να το σχολιάσει, η Τέζυ, έγειρε μπροστά και με συνομωτικό ύφος ρώτησε: «Είναι τόσο δραστήριος όσο λένε;»
Ο Δάντης γέλασε. «Δραστήριος!.., έχετε να κάνετε με έναν άνθρωπο που είναι η ψυχή κάθε πάρτυ, ο καταλύτης κάθε συζήτησης, ο πιο εργατικός σε ολόκληρη την εταιρία! Μεταξύ μας αυτό, επειδή σας συμπάθησα, δεν έχω δει ποτέ να του χαλάει τη διάθεση κάτι και ποτέ να μην έχει όρεξη να φλερτάρει και να πειράξει γυναίκες. Και μιας και το αναφέραμε… αν σας προσλάβουμε για γραμματέα του, μιας και θα είστε αρκετές ώρες μαζί του και, όπως και να το κάνουμε δεν περνάτε απαρατήρητη (κατά λάθος κοίταξε το στήθος της πάλι) θα πρέπει να έχετε την υπομονή να δουλέψετε με τον ρυθμό του και τις ιδιορρυθμίες του.»
Ίσιωσε την πλάτη της. «Μπορώ να ανταπεξέλθω σε οποιαδήποτε δυσκολία! Αρκεί να δουλεύω κοντά στον κύριο Λιανό!»
Ο Δάντης την κοίταξε σκεφτικός, ώσπου επιτέλους της χαμογέλασε. Ναι, του άρεσε η κοπελιά. Και στον Λιανό θα άρεσε. Είχε τσαγανό μπολιασμένο με νάζι. Οποιαδήποτε από τις υποψήφιες εκείνο το πρωί θα μπορούσαν να πάρουν τη δουλειά, μερικές με καλύτερο βιογραφικό, αλλά εκείνη ήταν η μόνη που φαινόταν πως θα τα έβγαζε πέρα. «Θα σας δοκιμάσουμε από αύριο το πρωί, κιόλας, δεσποινίς Αμαρ..»
Τα μάτια της γούρλωσαν «Τέζυ, να με λέτε Τέζυ!», αναφώνησε, πετάχτηκε από την καρέκλα που καθόταν και κάνοντας αστραπιαία τον κύκλο του γραφείου αγκάλιασε τον Δάντη και τον φίλησε στο μάγουλο.
«Ναι, ναι, Τέζυ…», κοκκίνισε εκείνος και χαμογέλασε αμήχανα. «Ε… αύριο στις 7:30 είναι καλά…»
«Αχ, σας ευχαριστώ πολύ πολύ πολύ!!!», αναφώνησε πάλι χοροπηδώντας ελαφρώς αυτή τη φορά. Έτρεξε προς την πόρτα με βήμα σπαστό από τα ροζ τακούνια που φορούσε, η ιδίου χρώματος τσάντα να ταλαντώνεται στον αέρα πέρα-δώθε στο ύψος του κεφαλιού της. «Σας ευχαριστώ!!!»
«Είπα πως θα σας δοκιμάσουμε, απλώς, δεν είναι κάτι σίγουρο!»
«Μην ανησυχείτε θα βάλω τα δυνατά μου! Τα λέμε, αύριο!», τον χαιρέτησε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.
«Τρελοκομείο», κούνησε το κεφάλι του και ξέσφιξε τη γραβάτα του. Αναστέναξε. «Θα μας κάνουν μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση πάλι…» Η προηγούμενη γραμματέας έτσι έφυγε. Δεν είχε αντέξει τα σχόλια και τα πικάντικα υπονοούμενο του Λιανού. Πως την έβρισκε τόση όρεξη; Βέβαια, έρευνες έχουν δείξει πως μεγάλες προσωπικότητες και υψηλή λίμπιντο πάνε μαζί, αλλά εδώ δεν ήταν απλά η έκφραση της ανδρικής σεξουαλικότητας στην εργασία και στο παιχνίδι του έρωτα. Όχι, όχι, ήξερε τον Λιανό πολλά χρόνια για να τον καταλαβαίνει καλύτερα από τους άλλους.
Όταν έχεις ζήσει τη φτώχεια, την ορφάνια και την κακοποίηση που έζησε ο Λιανός μικρός, όταν το βάρος των δυσκολιών σε βασανίζει και σε πνίγει, πώς να μην έχεις όρεξη για ζωή, για έρωτα και απολαύσεις;
«Πέρασες πολλά, μπαγάσα, κι εσύ κι εγώ… κι όμως δεν άφησες τη ζωή να σε νικήσει… Στάθηκες στα πόδια σου και πήρες το πάνω χέρι… απορώ τι θα έλεγε ο παππούς σου για σένα τώρα…», μονολόγησε την ίδια φράση που επαναλάμβανε χρόνια τώρα.

Η πόρτα ξαφνικά άνοιξε απότομα και τον διέκοψε από τις σκέψεις του.
«Συγγνώμη, κύριε Δάντη, ένα τελευταίο τώρα που το θυμήθηκα!». Ήταν η Τέζυ.
«Ναι;», χαμογέλασε θαυμάζοντας το χαρακτήρα της.
«Είναι αλήθεια πως ο κύριος Λιανός είχε καμιά δεκαριά αδέρφια, όταν ήταν μικρός και φτωχός;»
«Αλήθεια είναι.», απάντησε μα το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Και δουλεύουν όλοι μαζί στην εταιρία, τώρα;»
«Δυστυχώς όχι… τα αδέρφια του δεν ήταν καμιά δεκαριά – ήταν επτά. Κι έχουν πεθάνει όλα. Ο κύριος Λιανός είναι ο τελευταίος της οικογένειας του κι ο μόνος που απ’ότι φαίνεται του έχει χαμογελάσει η τύχη.»
«Επειδή έπιασε την καλή;»
«Επειδή είναι ζωντανός ακόμα, Τέζυ. Επειδή είναι ζωντανός ακόμα.»

Ο Δάντης χτύπησε την πόρτα του αφεντικού και φίλου του και περίμενε την απόκρισή του. Ήξερε πως δεν χρειαζόταν την άδεια του και ποτέ δεν του έχει πει τίποτα, όταν από ανάγκη έχει εισβάλει φουριόζος στο γραφείο του, συνήθως για να τον επιπλήξει για κάποιο αφελές κι ανώριμο για την ηλικία του παραστράτημα, αλλά προτιμούσε να κρατάει τους τύπους. Ήταν θέμα αρχής για εκείνον, έτσι είχε μάθει κι έτσι έπρεπε. Στα πλαίσια μια επιχείρησης ακόμα και στις μακροχρόνιες φιλίες χωράνε τυπικότητες.
«Πέρνα», άκουσε μια μισοκοιμισμένη φωνή κι αμέσως ανασήκωσε τα μάτια αναστενάζοντας. Πάλι είχε ξενυχτίσει. Μπήκε στο γραφείο και καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του βρέθηκε σε ένα πρωτόγνωρο, ακόμα και για αυτόν που τον γνώριζε τόσο καιρό, θέαμα. Ο Εμμανουήλ Λιανός καθόταν στην δερμάτινη καρέκλα πίσω από το γραφείο του, με το κεφάλι του γερμένο πίσω, τα μάτια του καλυμμένα με δύο λεπτές φέτες αγγούρι και μία ωμή μπριζόλα να κρύβει το μέτωπό του.
«Το γιαούρτι σου λείπει», σάρκασε ο Δάντης.
«Το έφαγα χτες βράδυ», ανταπάντησε εντελώς φυσικά ο Λιανός.
«Δίαιτα;», ανασήκωσε τα φρύδια του. Έκατσε στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο, αυτή τη φορά χωρίς να ζητήσει την άδεια. Ήταν τυπικός, όχι ανόητος.
«Υγιής συνήθεια στο πλαίσιο μιας σωστής διατροφής. Έξι γεύματα τη μέρα, πλούσια σε φρούτα και λαχανικά. Βρώμη και σόγια για υδατάνθρακες! Παίρνει λίγο καιρό, αλλά το συνηθίζεις!», συνέχισε με τον ίδιο τόνο ο Λιανός.
«Και τα αγγούρια ξέμειναν από κάποια σαλάτα;», χαμογέλασε ο Δάντης.
«Είναι για τις ρυτίδες ή κάτι τέτοιο. Το κάνουν οι γυναίκες, κάτι θα ξέρουν!»
«Η μπριζόλα σίγουρα είναι στη σωστή θέση;»
Ο Λιανός ακούμπησε τα αγγούρια πάνω στο γραφείο και ανοιγόκλεισε τα μάτια του αργά μερικές φορές λες και ξύπνησε ξαφνικά από λήθαργο. «Δεν έχω ιδέα», σούφρωσε τα χείλη σα μικρό παιδί που παραδέχεται την άγνοια του ύστερα από γκάφα κι ανακάθισε στην καρέκλα του. Έπιασε τη μπριζόλα από τη λεπτή της άκρη που υπήρχε σχεδόν μόνο το κόκαλο και την προσέφερε στο φίλο του: «Τη θες;»
Ο Δάντης έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι και το χέρι του. «Έφτιαξε σήμερα μοσχαράκι κοκκινιστό η Μαρία, όχι, πως θα ήθελα την μπριζόλα αν δεν έφτιαχνε…»
Χωρίς να σηκωθεί από τη θέση του ο Λιανός σημάδεψε με τη γλώσσα του έξω τον κάδο στην άκρη του γραφείου και πέταξε την ωμή μπριζόλα μέσα με μία κίνηση που θύμιζε βολή στο μπάσκετ. «Ασάλευτο… Μοσχαράκι κοκκινιστό, ε; Θύμισε μου πόσο καιρό έχω να έρθω να φάω σπίτι σου με τη γυναίκα σου;»
«Από την προηγούμενη, Κυριακή»
«Α, ναι. Καταπληκτικό πιλάφι!», κούνησε αφηρημένα, αναπολώντας το, καταφατικά το κεφάλι και σηκώθηκε αστραπιαία να κοιταχτεί στην αντανάκλαση του τζαμιού που κάλυπτε σχεδόν όλο τον τοίχο πίσω του. Δεν είχε ξυριστεί εκείνο το πρωί και μία αραιή θάλασσα από γκρίζες και μαύρες τρίχες κάλυπτε την κάτω γνάθο του. Στην ίδια παλέτα χρωμάτων κυμαίνονταν και τα καλοκουρεμένα μαλλιά του, με τους κροτάφους και τις ρίζες να έχουν αρχίσει να ασπρίζουν, χαρακτηριστικό, βέβαια, διόλου ευκαταφρόνητο, αφού ταίριαζε απόλυτα με τις ελαφρές ρυτίδες που αυλάκωναν το σαραντάχρονο δέρμα του προσώπου του.
Έσμιξε τα πυκνά φρύδια του κοιτάζοντας καχύποπτα με τα καστανά του μάτια στην απέναντι πολυκατοικία. «Ο απέναντι που συνήθως είναι τσίτσιδος!.. δεν είναι σήμερα!»
«Πάει χάλασε ο κόσμος», ειρωνεύτηκε ο Δάντης.
«Ναι!.. και μιας και μιλάμε για την κακή κατάσταση του κόσμου, ας μιλήσουμε για την χείριστη κατάσταση του εσωτερικού μου κόσμου!», γύρισε και τον κοίταξε ο Λιανός.
«Πάλι εφιάλτη είδες;»
«Ναι! Χειρότερο αυτή τη φορά», κάθισε στην καρέκλα του κι έγειρε μπροστά για να μιλήσει στο φίλο του. «Είμαι λέει μέσα σε κάτι τουαλέτες ενός καταστήματος, πρέπει να είναι μπαρ, εστιατόριο ή κάποιο βενζινάδικο, επειδή είναι μεγάλες με πολλές λεκάνες και νεροχύτες – ξέρεις με άσπρα πλακάκια, καθρέφτες κι έτσι»
«Ξέρω»
«Ναι, και… και είμαι μόνος, αλλά δεν είμαι μέσα για το λόγο που συνήθως πάει κάποιος στις τουαλέτες, ούτε για σεξ, είμαι… νιώθω ανακούφιση και ταυτόχρονα φόβο. Κάτι, κάποιον ψάχνω, κάτι με ανησυχεί!»
«Είναι όντως παράξενο να ονειρευτείς μπιντέδες»
«Μα δεν είναι αυτό το παράξενο, τώρα έρχεται!», παραπονέθηκε ο Λιανός κι έγειρε ακόμη πιο μπροστά. Το έπιπλο του γραφείου του πίεζε το διάφραγμα. «Ξαφνικά, σα να το ήξερα, κοιτάζω το τελευταίο δωματιάκι με την τουαλέτα, ξέρεις πως είναι διαμορφωμένα, και η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει, τώρα δυνατά, και με πιάνει ίλιγγος. Πλησιάζω αργά και γρήγορα μαζί, μη με ρωτήσεις πως, ανοίγω προσεκτικά την πόρτα και βλέπω μέσα… τον Γιώργο, νεκρό, σακατεμένο από κάτι κοφτερό, τα πάντα έχουν γεμίσει αίμα, εγώ έχω γεμίσει αίμα!»
«Τον Γιώργο! Τον μικρό σου αδερφό;»
«Τον μικρό μου αδερφό. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Τρέμω και κοιτάζω το δεξί μου χέρι βλέποντας πως κρατάω ένα χασαπομάχαιρο, κόκκινο από το αίμα. Και καταλαβαίνω πως είμαι εγώ που σκότωσα τον αδερφό μου, πως νιώθω ανακούφιση που το έκανα και τύψεις και φοβάμαι μήπως με ανακαλύψουν. Και κοιτάζω με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή τώρα τον καθρέφτη στον νιπτήρα ακριβώς πίσω μου, ο αδερφός μου σακατεμένος, μα ζωντανός μου γνέφει φρικιαστικά πίσω από την πλάτη μου, με χτυπάει με κάτι βαρύ και πέφτω αμέσως στο πάτωμα, νιώθοντας έναν αφόρητο πόνο κάτω από το σβέρκο. Το βλέμμα μου πέφτει πάλι στον καθρέφτη που έχει γραμμένο με αίμα ένα μεγάλο επτά και ζαλίζομαι, το κεφάλι μου πάει να σπάσει από μέσα προς τα έξω και τότε είναι που ξυπνάω.». Ανάσαινε βαριά τώρα και στραβοκατάπιε.
Ο Δάντης δεν ήξερε τι να πει. «Κοίτα, Μάνο, ένα όνειρο ήταν. Πολύ κακό όνειρο, δεν λέω, αλλά δεν πιστεύεις σε αυτά έτσι;»
Κατάφερε να τον καθησυχάσει κάπως. «Ναι, έχεις δίκιο, έχεις δίκιο… απλά… τέλος πάντων!», ξερόβηξε. «Αρκετά με τις σαχλαμάρες! Με ήθελες κάτι;»
«Ναι, να σε ενημερώσω ότι κατά πάσα πιθανότητα σου βρήκα καινούργια γραμματέα. Ναι, πριν προλάβεις να ρωτήσεις, είναι νόστιμη, ναι, είναι τσαχπίνα κι έχω την εντύπωση πως αυτή τη φορά παίζει να γλιτώσουμε και τη μήνυση.»
«Ωραία, ανυπομονώ να την δοκιμάσω!», χαμογέλασε αγορίστικα κι αυτάρεσκα ο Λιανός.
«Καλά, μέχρι τότε όμως, πλύνε το πρόσωπό σου γιατί βρομάει κρεατίλα και θα σου φέρω κάτι έντυπα να υπογράψεις – άντε, μπαγάσα, δεν έχεις γραμματέα και με έχεις κάνει το σκυλάκι σου!», είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Δάντης και σηκώθηκε για να φύγει.
Ο Λιανός σηκώθηκε κι αυτός από την καρέκλα του «Θα σου μαζεύω και τα κακάκια σου τότε!» κι έβγαλε ένα μαχαίρι από ένα συρτάρι. «Θα ρίξω πρώτα μερικές μαχαιριές στον παππού για να πάει καλά η μέρα και μετά θα πλυθώ!»
«Κλασσικά», είπε ο Δάντης κι έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
Στον δεξιό τοίχο στο γραφείο του Λιανού, υπήρχε στο κέντρο ένα ξύλινο πάσο, σαν ένας μεγάλος σκούρος καφέ πίνακας γεμάτος χαρακιές και μικρές τρύπες, ενώ στη μέση αυτού στερεωμένη με τέσσερις κόκκινες πινέζες μία ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γέρου, πνιγμένο στα μούσια να κοιτάζει αγέρωχα με τα μεγάλα του γκρίζα φρύδια και τα κατάμαυρα του μάτια τον φακό.
«Καλημέρα, παππού», μίλησε στη φωτογραφία ο Λιανός ακίνητος με το μαχαίρι στο χέρι μερικά μέτρα πιο μακριά. Δεν πίστευε πως η φωτογραφία τον άκουγε ή πως θα έπαιρνε απάντηση. Ήταν απλώς μια ιεροτελεστία που διεξήγαγε κάθε πρωί εδώ και χρόνια.
Ανασήκωσε το μαχαίρι και σημάδεψε. «Ήρθε πάλι η ώρα να σου δείξω πόσο ηλίθιος είσαι, ήσουν και θα είσαι και πόσο λάθος έκανες για μένα. Παππού» Πέταξε το μαχαίρι κι εκείνο καρφώθηκε στο σημείο της φωτογραφίας που βρισκόταν η μύτη του γέρου. «Διάνα! Σου άρεσε;», ειρωνεύτηκε ο Λιανός και πλησίασε την φωτογραφία τραβώντας το μαχαίρι από το ξύλο.
Κοίταξε την φωτογραφία για λίγη ώρα σκεφτικός και ξαφνικά, γεμάτος οργή, καρφώνει το μαχαίρι στο σημείο που βρισκόταν το μέτωπο του γέρου. «Μπάσταρδε!», γρύλισε.
Είχε καιρό να αισθανθεί έτσι. Συνήθως είναι ευδιάθετος, οπτιμιστής, η ζωή προσωποποιημένη. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του άλλωστε, όταν ήταν μικρός και δούλευε με τα υπόλοιπα επτά αδέρφια του φέρνοντας εις πέρας τις βρομοδουλειές που τους ανέθετε ο παππούς τους πως όταν έπιανε την καλή, και ήξερε πως θα την πιάσει και τίποτα δεν θα έμπαινε στο δρόμο του – τίποτα, πως ποτέ δεν θα άφηνε το παραμικρό πρόβλημα να τον ρίξει. Η ζωή δεν είναι για να ζεις μέσα στο σκοτάδι και την πίκρα. Κι αν είναι, εκείνος είχε βουτήξει ολόκληρος πολύ νωρίς στη λίμνη των δυσκολιών και είχε πικραθεί αρκετά για πολλές ζωές. Κι, όμως η οργή τον κυρίευσε.
Ήταν το θέαμα του νεκρού αδερφού, τα αίματα, η υποτιθέμενη δολοφονία του από τον ίδιο… είχε πει ψέματα στον Δάντη. Έχει τη δική του ζωή, τα δική οικογένεια και δεν μπορεί να ασχολείται και να νταντεύει ακόμα το φίλο του το Μάνο. Είχε πει ψέματα. Δεν ήταν όνειρο αυτό που είδε. Όχι αυτή τη φορά. Του ήρθε στο μυαλό ξαφνικά το προηγούμενο βράδυ, όταν είχε βγει ραντεβού με μία τριαντάρα σε ένα εστιατόριο. Ήταν στις τουαλέτες του εστιατορίου και καθώς έριχνε νερό στο πρόσωπό του και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη είδε όλα αυτά που είχε περιγράψει στον φίλο του σαν σε όραμα, σχεδόν ζωντανά μπροστά του. Πρέπει να είχε πάθει σοκ, γιατί το επόμενο πράγμα που θυμάται ήταν να ανοίγει τα μάτια του και να κείτεται στα κρύα πλακάκια του πατώματος. Θα είχε χάσει τις αισθήσεις του μόνο για καναδυο λεπτά, γιατί δεν είχε μπει κάποιος μέσα σε αυτό το διάστημα και η απουσία του, όταν ρώτησε αργότερα τη συνοδό του, δεν είχε γίνει αισθητή.
«Τι παράξενο», μονολόγησε σιγανά. Η τουαλέτα, ο νεκρός αδερφός του, τα αίματα, ο φόβος, η ανακούφιση, το χασαπομάχαιρο. Κοίταξε το μαχαίρι στο χέρι του. Και ο αριθμός επτά, μεγάλος και κόκκινος, να σχίζει τον καθρέφτη. Ο αριθμός επτά επιβλητικός κι αγέρωχος να του προκαλεί τρόμο.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

3 Responses to Μια Γραμματέας για τον κύριο Λιανό

  1. sotaki says:

    Πολύ ευφάνταστο και πικάντικα χιουμοριστικό… Ο Λιανός είναι άκρως τηλεοπτικός, με τα σκοτεινά του οράματα, αλλά θα ήθελα να δω και μία Τέζυ… μου περιγράφεται εξαιρετικά φωτογενής! Ωραία η εμφάνιση του 7.. Γενικά, πολύ καλοστημένο, εύγε στον εμπνευστή!

  2. spark says:

    συγχαρητήρια 1. για το κείμενο και 2ον ειδικά για το θάρρος που χρειάζεται κάποιος να προτείνει 1 τρόπο γραφής που συμπεριλαμβάνει και χιουμοριστικά στοιχεία. Το αποτέλεσμα σε δικαιώνει απόλυτα για την επιλογή!

  3. bilitsa says:

    Συγχαρητήρια!!Άκρως δημιουργική η φαντασία σου..Εύγε για την περιγραφή του ονείρου..τόσο παραστατική που σε κάνει να ανατριχιάζεις.. Καμία εικόνα δεν θα μπορούσε να περιγράψει αυτή τη σκηνή καλύτερα από τις εκφράσεις σου!Η Τέζυ μια ευχάριστη λεπτομέρεια αυτού του κειμένου..Μπράβο και πάλι!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s