Οι τελευταίες ανάσες


(Από Έρση Παπαδημητρίου) :

Είχα δει ένα ήλιο στα μάτια της. Έλαμπε ακόμα και όταν ήταν θλιμμένη. Είχε μια εσωτερική λάμψη και δεν ήμουν μονό εγώ που το έβλεπα… Έτσι έλεγαν όλοι… Μου θύμιζε τους στίχους του τραγουδιού που λέει ΄΄σε ποια έξαρση επάνω, σε χορό μαγικό, μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε… ΄΄ Εντάξει, ίσως να ήμουν και υπερβολικός. Πάντα ο έρωτας δεν μας κάνει υπερβολικούς; Μέχρι που γίνεται κάτι και το παραμύθι τελειώνει, και εκεί που περιμένεις το happy end… Μαζεύονται όλοι οι δράκοι και οι κακές μάγισσες και σου ρημάζουν την ζωή. Προσπάθησα να την ακούσω… Να την καταλάβω… Βασικά πόσο παραπάνω να την καταλάβω… Το ίδιο ένιωθα και εγώ, αλλά μου είχε ανατεθεί ο ρόλος του δυνατού σε αυτή την ιστορία.
Μου μίλαγε ώρες ατέλειωτες και εγώ απλά άκουγα…

_ Παύλο αλήθεια, προσπαθώ να βγω από όλο αυτό, γιατί η ζωή δεν δέχεται διαλείμματα για διαφημίσεις ούτε σταματά ποτέ να προχωρά επειδή εσύ απλά θέλεις να μείνεις στάσιμη. Είναι όλα εκεί έξω και εγώ εδώ έχω κλιστεί σ ένα δωμάτιο και δεν θέλω να βγω. Γιατί απλά εκεί έξω δεν υπάρχει τίποτα που να μου κινεί την περιέργεια. Τίποτα που να με κάνει να θέλω να συνεχίσω να ζω. Αλήθεια πόσο κακός άνθρωπος είμαι…Πόσο εγωίστρια… Πόσο κακή μάνα είμαι…. Το χείριστον ον που κυκλοφορεί στον πλανήτη… Το αγαπώ αλλά δεν μπορώ να το πλησιάσω, το ακούω να κλαίει και δεν πάω να το παρηγορήσω. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό, πότε θα νιώσω επιτέλους καλά. Ξέρεις, όταν τέλειωνα τις σπουδές μου, η διπλωματική μου ήταν πάνω στην επιλόχεια κατάθλιψη. Που να ήξερα ότι θα το βίωνα στο τέλος και εγώ. Μήπως όλο αυτό έχει περάσει στο υποσυνείδητο μου και για αυτό τα έπαθα όλα αυτά… Έχει γούστο… Βοήθα με Θεέ μου… Σε παρακαλώ… Όχι τόσο για μένα όσο για αυτό.

Εμένα μου είχαν τελειώσει τα λόγια. Ο ρόλος του δυνατού δεν μου πήγαινε, και τότε ανάλαβε άλλος στην θέση μου. Η μαμά της, η κύρια Μαρία.

– Νάντια σήκω φύγαμε. Πάμε στον ψυχολόγο. Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι.
– Μαμά, δεν θέλω να βγω. Θέλω να μείνω εδώ. Δεν νιώθω σήμερα καλά. Αύριο στο υπόσχομαι θα προσπαθήσω αλλά όχι σήμερα.

– Αγάπη μου, σε παρακαλώ έχει 3 μήνες που είσαι έτσι. Δεν μπορώ να σε βλέπω σε αυτή την κατάσταση. Μάνα είμαι…

– Εσύ είσαι μάνα. Εγώ; Εγώ τι είμαι που έκανα ένα παιδί, έφερα μια ζωή στον κόσμο και δεν νοιάζομαι αν έφαγε, αν κοιμήθηκε, αν κλαίει… Θέλω να πεθάνω, δεν μου αξίζει να ζω, μαμά…

– Νάντια μου δεν είναι έτσι. Πώς να στο εξηγήσω…

– Μαμά ξέρω τι έχω. Έχω επίγνωση της κατάστασης μου.

– Η οποία είναι;

– Πάσχω από επιλόχεια κατάθλιψη. Έχω βαρεθεί. Έχω σιχαθεί να ακούω αυτό τον όρο. Ήταν ανάγκη να το πάθω; Αυτό το μωρό το περίμενα πως και πως…

– Άκουσέ με…Θα στο πω για τελευταία φορά.

– Το ακούς; Κλαίει, πήγαινε… Σε παρακαλώ πήγαινε…

– Νάντια άκουσε με!

– Όχι εσύ άκουσε με! Έχει μάνα το παιδί. Αυτή θα πάει!

_- Σου λέω ότι δεν μπορώ να πάω γιατί δεν με καταλαβαίνεις… Δεν μπορώ… Πήγαινε σε παρακαλώ.. Κλαίει το καημένο.

– Νάντια θα στο πω για τελευταία φορά. Θα πάει η μάνα του.

– Δεν μπορώ!

– Έλα εδώ κοριτσάκι μου… Δεν είναι έτσι τα πράγματα… Το ξέρω, ότι το ξέρεις και εσύ. Καταλαβαίνω είναι αβάσταχτο αυτό που σου συνέβη, αλλά σε παρακαλώ σύνερθε…Η ζωή είναι μπροστά σου. Σε αγαπώ. Αγάπησε και εσύ λίγο την Νάντια.

– Μαμά το παθαίνουν πολλές γυναίκες αυτό. Μαμά είναι μόνο του. Κλαίει πήγαινε…

– ΟΚ πάμε από την αρχή. Θα τα πάμε όλα ξανά από την αρχή.

– Κλαίει… σε παρακαλώ…

– Ήσουν σχεδόν 7 μηνών όταν έσπασαν τα νερά σου. Φοβήθηκες και εσύ και ο Παύλος. Τρέξατε ανήσυχοι αλλά και χαρούμενοι στο μαιευτήριο. Γέννησες με καισαρική. Ήταν πολύ μικρούλα, είχε πρόβλημα με τους πνεύμονες της… Πέθανε μετά από λίγες μέρες. Πέθανε αγάπη μου, αλλά θα κάνεις άλλα παιδιά. Δεν τελείωσε η ζωή σου. Είσαι νέα, είστε νέοι και οι δυο.

_ Κλαίει μαμά…

– Ντύσου να φύγουμε.

– Μαμά πήγαινε στο παιδί.

– Το παιδί είναι της Κατερίνας. Της γειτόνισσας μας. Δεν είναι δικό σου. Καταλαβαίνεις; Είναι στο διπλανό διαμέρισμα. Όχι εδώ. Εδώ δεν έχει κανένα παιδί. Είμαστε εσύ, εγώ και ο Παύλος.

– Μαμά το ήθελα αυτό το μωρό. Τα είχα φτιάξει όλα. Το δωμάτιο είναι εκεί. Το στόλισα… Είχα γεμίσει με κουκλάκια το κρεβατάκι του… Αυτά μόνο μείνανε στο κρεβατάκι του. Το μωρό μου ποτέ δεν το κοίμισα εκεί. Δεν το έφερα καν σπίτι. Το γέννησα, το φίλησα και το έδωσα. Ήταν μια σταλίτσα. Ήταν πολύ, πολύ μικρούλα. Αλλά ποτέ, δεν μου πέρασε από το μυαλό, έστω και μια στιγμή ότι δεν θα τα κατάφερνε. Ήμουν σίγουρη ότι θα την είχα για όλη μου την ζωή στην αγκαλιά μου. Αλλά μόνο μια φορά την κράτησα στα χέρια μου. Μια φορά την φίλησα μόνο και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Την έβλεπα από την θερμοκοιτίδα. 7 μέρες την έβλεπα μέσα από το διαφανές κρεβατάκι της. Της έπιανα το χεράκι της και ήμουν σίγουρη ότι θα της το κρατούσα για πάντα. Μαμά… της μέτρησα τις τελευταίες ανάσες της. Φώναξα σαν τρελή τους γιατρούς. Τις μετρούσα μαμά… 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7… 7 ανάσες και μετά την έχασα. Ήμουν εκεί και δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Παντελώς άχρηστη να βοηθήσω το παιδί μου. Το μωράκι μου. Στο μωρό μου που από την πρώτη φορά που άκουσα την καρδούλα του να κτυπάει… από τον πρώτο υπέρηχο, της είχα ορκιστεί ότι θα της χάριζα τον κόσμο ολόκληρο… Και δεν κατάφερα ούτε από το μαιευτήριο να την βγάλω. Την θέλω πίσω, την αγαπώ. Κανένας Θεός, καμιά μοίρα δεν είχε το δικαίωμα να μου το κάνει αυτό. Το ακούς, την θέλω πίσω! Την περιμένει το δωμάτιο της, την περιμένει ο μπαμπά της, την περιμένει η αγκαλιά μου… Την θέλω πίσω… Μαμά, πήγαινε κλαίει…

– Νάντια ντύσου τώρα. Θέλω και εγώ πίσω το μωρό μου. Με ακούς… σε θέλω πίσω! Θέλω πίσω το χαρούμενο κοριτσάκι μου. Και εγώ θέλω πίσω το μωρό μου… Ντύσου…

Η πεθερά μου τα κατάφερε και την έπεισε να ετοιμαστεί να πάει στον ψυχολόγο. Δεν το πίστευα… Πόση ευγνωμοσύνη ένιωθα για αυτό που έκανε. Ίσως να είχα ξανά πίσω την γυναίκα μου. Το παραμύθι ήθελε ένα χαρούμενο τέλος και εγώ ήθελα σαν τρελός να το ζήσω.

Όταν κατέβηκαν από την πολυκατοικία και ετοιμάζονταν να μπουν στο αυτοκίνητο, η Κατερίνα η γειτόνισσα μας, γλίστρησε κάτω και άφησε το μωρό που το κρατούσε από το χεράκι. Αυτό εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και έτρεξε κατευθείαν να διασταυρώσει τον δρόμο. Η Κατερίνα έντρομη φώναζε…

– Νάντια πιασε το μωρό γρήγορα.

Η Νάντια είχε μείνει σαν αποσβολωμένη στην άκρη του πεζοδρόμιου. Πήγε να τρέξει η πεθερά μου. Η Νάντια σαν να ξύπνησε από το λήθαργο, πρόλαβε την πεθερά μου και έπιασε αυτή το μωρό. Το μωρό την αγκάλιασε και της φώναξε ΄΄μαμά΄΄. Όχι για κανένα συγκεκριμένο λόγο. Όλες τις γυναίκες τις φώναζε ΄΄μαμά΄΄ αλλά τώρα αυτή η συνήθεια του μωρού είχε πάρει άλλη διάσταση.

_- Τα μέτρησα, έκανε 7 βηματάκια. Όσες ήταν και οι τελευταίες ανάσες της κόρης μου. Αλλά αυτό το έσωσα, αυτή την αγκάλιασα… Μου φώναξε μαμά… Μαμά…
Πάμε…Τώρα θέλω εγώ να πάω… Τώρα θέλω εγώ πίσω την ζωή μου.

Μπήκαν στο προθάλαμο του ιατρείου. Τότε γυρνά με χαμόγελο, το πρώτο χαμόγελο εδώ και καιρό και λέει στην πεθερά μου…

Τώρα βρήκα τον τρόπο να την φέρω πίσω. Θα γίνω καλά, θα μείνω ξανά έγκυος και ο Θεός θα μου την στείλει πίσω. Το ξέρω. Θα μου την στείλει πίσω…

Πάνε και κάθονται στον καναπέ που υπάρχει στην αίθουσα αναμονής και ήταν φανερά πιο ευδιάθετη. Ξαφνικά ακούγονται πυροβολισμοί από την απέναντι πολυκατοικία.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

One Response to Οι τελευταίες ανάσες

  1. AMALIA KOUKIOU says:

    ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ, ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΕΣ ΟΙ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΤΙΝΑ ΤΟΥ 7 ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΤΥΧΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ …ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ ΤΗΣ…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s