Ο Χρόνος


(Από Spark) :

Απαγορεύεται λένε και όλοι στη δουλειά στραβοκοιτάζουν. Σίγουρα αρκετοί με έχουν αντιπαθήσει απλά και μόνο γιατί επιμένω να το αγνοώ και ανάβω τσιγάρο. Κάποια στιγμή μου την έπεσαν άγρια. «Θέλετε να σταματώ τη δουλειά και να κατεβαίνω κάτω και να καπνίζω όπως όλοι και να επιστρέφω όταν θα τελειώσω;» «Μείνε εκεί που είσαι!» απάντησαν απότομα και έτσι συνέχισαν να καπνίζω ανάμεσα σε βλέμματα κοφτερά σα μαχαίρια.
Καιρό τώρα νοιώθω 1 σφίξιμο στο στήθος. Δεν μιλώ σε κανέναν για αυτό. Μόνο βρίσκω μια δικαιολογία και κατεβαίνω κάτω. Βγαίνω έξω στην αυλή και χαζεύω τους βιαστικούς ανθρώπους. Πάντοτε όλοι στη δουλειά μου είναι βιαστικοί. Είτε έχουν λόγο, είτε όχι. Μας ανέχονται διεκπεραιωτικά, αγχωμένα, συχνά με πονηριά και επιθετικότητα. Στέκομαι κάτω από το στέγαστρο και ανάβω τσιγάρο. Δίπλα μου ένα τεράστιο σήμα «απαγορεύεται το κάπνισμα». Εισπνέω το τσιγάρο και σηκώνω το κεφάλι ψηλά. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη στιγμή μέσα στη μέρα που κοιτάω ψηλά. Ξεφυσάω τον καπνό καθώς όλος αυτός ο κόσμος συνεχίζει να προχωρά ασταμάτητα.
Ώρες-ώρες σκέφτομαι πως είμαστε όλοι σε ένα τεράστιο λεωφορείο και όλοι αυτοί ανεβαίνουν απλά για να κατέβουν στην στάση που έχουν κατά νου. Άλλοι θα μείνουν περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Μα όλοι συμπεριφέρονται όπως οι επιβάτες. Δεν εμπιστεύονται κανέναν, δεν παραχωρούν την θέση τους και δεν κοιτάνε ποτέ ποιος είναι ο μπροστά, ο δίπλα, ο πίσω τους. Δεν θέλουν να ξέρουν. Δεν θέλουν να αγγίζουν ή να τους αγγίζουν. Απλά περιμένουν να κατέβουν στην επόμενη στάση. Αρκεί να είναι η σωστή.
Πρέπει να κόψω το κάπνισμα σκέφτομαι καθώς ένα αόρατο χέρι σφίγγει την καρδιά μου. Χαμηλώνω το βλέμμα, χαμηλώνω το χέρι που κρατά το τσιγάρο και προσπαθώ να μαντέψω ποιος από όλους αυτούς σε λίγο θα κάνει φασαρία γιατί περίμενε ώρες στη θέση του μέχρι να επιστρέψω. Νομίζουν βλέπεις πως είμαι ο οδηγός. Δεν καταλαβαίνουν πως απλά επιβάτης είμαι και εγώ.
Και έπειτα έρχεται το ξενύχτι. Ατέλειωτο ξενύχτι και οι βιαστικοί άνθρωποι πάντα εκεί… Και εκείνη η σιωπή. Είναι τρομακτικό αν το καλοσκεφτείς πόση σιωπή κρύβει όλη αυτή η ατέλειωτη φασαρία, οι κραυγές, τα ουρλιαχτά…. Και εσύ μια σιωπή να καταπίνεις τα πάντα καθώς περιμένεις να προχωρήσουν, να πάνε παρακάτω… λίγο πριν ανέβουν οι επόμενοι για το δικό τους ταξίδι. Δεν ξέρουν πού πηγαίνουν, δεν ξέρουν πού θα ήθελαν να φτάσουν… Κανένας δεν ήθελε το ταξίδι, ούτε εσένα που τους το θυμίζεις.
Ο χρόνος. Που χάνεται σαν τον καπνό απ’ το τσιγάρο μου. Τίποτε δεν με τρελαίνει περισσότερο από τον χρόνο που τελειώνει. Χωρίς διαφημίσεις, τίτλους τέλους, λουλούδια και γλυκά. Σταμάτησα να φορώ ρολόι. Έτσι από αντίδραση. Και όμως οι τοίχοι είναι γεμάτοι ρολόγια. Με τα χρόνια αποκτάς μια περίεργη αίσθηση του χρόνου. Περισσότερο ενστικτώδης παρά λογικής. Νοιώθεις τον χρόνο στο πετσί σου, τον ακούς, τον αντικρίζεις στο βλέμμα τους. Οι άνθρωποι που μπορεί κάποιες ώρες πριν να έχεις προσπεράσει στο δρόμο, στο περίπτερο, να είχες στηθεί πίσω τους στο σούπερ μάρκετ. Οι άνθρωποι που είναι κάποιου γνωστοί φίλοι, συγγενείς, γνωστοί… και φεύγουν από δίπλα σου… και στέκονται απέναντι καθώς βουλιάζεις στη σιωπή σου.
Ο χρόνος που καίγεται σαν το τσιγάρο μου. Ο χρόνος που παλεύουμε να ξεγελάσουμε, που ξεπουλάμε ένα κομμάτι από την ψυχή μας, αυτούς που αγαπάμε για όλους αυτούς τους αγνώστους που βιάζονται να φύγουν. Ατέλειωτες μικρές συνομωσίες. Ούτε εμείς τους θέλουμε εκεί. Μας θυμίζουν όλα αυτά που αφήνουμε πίσω, όλες τις στιγμές που χάνουμε με αντάλλαγμα στιγμές που όλοι προσπαθούν να ξεχάσουν.
Μη μιλάς. Όχι αν δεν αξίζει τον κόπο. Πέρασα ολόκληρη τη ζωή μου ανάμεσα σε λέξεις. Τώρα στα σημαντικά απλά πράττω. Ανάμεσα στα σημαντικά, απλά παρατηρώ. Τα μυστικά των ανθρώπων. Το αδιάκοπο πήγαινε – έλα τους. Τις εμμονές τους. Τα πάθη και τις αδυναμίες τους. Μέρες και νύχτες. Νομίζω πως αυτό το λεωφορείο μάλλον δεν πηγαίνει πουθενά. Και τότε με πιάνει πανικός. Και ανάβω τσιγάρο. Με το γνώριμο σφίξιμο. Και φυσάω τον καπνό ενώ το λεωφορείο είναι ακόμα εν κινήσει.
Είναι φορές που νομίζω πως θα βάλω τις φωνές… μα σωπαίνω. Κανένας δεν σώθηκε από την βλακεία του με ουρλιαχτά. Άλλες πως θα το βάλω στα πόδια. Μάταιος κόπος…
Είχα κάποτε έναν φίλο που δεν κοιτούσε ποτέ κατάματα τους συνεπιβάτες στο λεωφορείο. Τον έπιανε αγοραφοβία. Κάποτε οι άνθρωποί μου είχαν ονόματα. Τώρα φοράνε ταμπέλες, διαγνώσεις, ιδιότητες και ιδιοτροπίες. Κάποτε στεκόμουν και εγώ απέναντι. Κάποτε περίμενα και εγώ να κατέβω από το λεωφορείο που δεν σταματά. Μέχρι τη στιγμή που κατάλαβα ότι εγώ είμαι το λεωφορείο. Ακόμα και κουτσή ένα πράγμα μπορώ να κάνω καλά… να ταξιδεύω τους ανθρώπους στους κόσμους που φτιάχνουν οι ίδιοι.
Μην με κοιτάς λοιπόν που στέκομαι σιωπηλή με ένα τσιγάρο στο χέρι μέρα και νύχτα. Είναι που διαλέγω τις λέξεις σου, να στις ταιριάξω αλλιώς, να υποκριθούμε πως πρώτη φορά την ακούμε. Να σταθείς για μια στιγμή και μετά να προχωρήσεις παρακάτω…. Όσο εγώ σε ταξιδεύω μέσα μου.
Τσιγάρο;
Φωτιά;

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s