Αγγελική


(Από Τριανταφυλλιά Ταμπαλιάκη) :

Είναι τρεις παρά τέταρτο τα ξημερώματα και είμαι και απόψε ξάγρυπνη. Έχω ξαπλώσει εδώ και ώρα, στριφογυρνάω στο κρεβάτι μου, που τον τελευταίο καιρό μου φαίνεται όλο και πιο άβολο, αλλά δε νιώθω στο ελάχιστο να νυστάζω. Προσπάθησα με πολλούς τρόπους να χαλαρώσω, να αποβάλλω την ένταση της ημέρας, αλλά εις μάτειν. Πάντα με νύσταζε το να διαβάζω ξαπλωμένη και μάλιστα η διαδικασία της ανάγνωσης μου χάριζε έναν ύπνο ελαφρύ και ξέγνοιαστο. Απόψε, όμως, και χθες και προχθές χρειάστηκε να διαβάσω πάνω από ογδόντα σελίδες πριν αφήσω το βιβλίο στην άκρη, όχι επειδή νύσταξα αλλά επειδή το ρολόι κόντευε ή ξεπερνούσε τις τρεις και έπρεπε να ξυπνήσω στις εφτά για τη δουλειά.
Μετά από πολλές σβούρες κάτω από τα σκεπάσματά μου αποφάσισα πως έπρεπε να επιλέξω μεταξύ του να πάω μέχρι το μπάνιο και να ξαναδώσω χρηστική αξία σ’ ένα κουτί ηρεμιστικά που έχω για περίπτωση ανάγκης και του να παραδωθώ στην αϋπνία μου παίρνοντας απόφαση πως απ’ το να βασανίζομαι στο κρεβάτι προσπαθώντας να κοιμηθώ είναι προτιμότερο να σηκωθώ και να αφιερώσω το χρόνο μου σε κάτι πιο δημιουργικό.
Διάλεξα, λοιπόν, ως γνήσιο ανθρώπινο ον την εύκολη λύση. Βάφτισα την περίπτωση μου “περίπτωση ανάγκης” και όδευσα με βήμα ταχύ προς το μπάνιο. Άνοιξα το ντουλάπι και αφού έψαξα ανάμεσα σε μια πληθώρα από μπουκαλάκια με πάσης φύσεως φάρμακα βρήκα τελικά τα πολυπόθητα ηρεμιστικά μου.
Κοίταξα την ημερομηνία λήξης στο πώμα και με ανακούφιση διαπίστωσα πως λήγουν σε οκτώ μήνες. Γύρισα το μπουκαλάκι στο πλάι και διάβασα την ετικέτα προκειμένου να θυμηθώ την συνιστώμενη δόση. Λαμβάνετε τρεις ταμπλέτες το βράδυ σε περίπτωση αϋπνίας. Πρόκειται για φυτικό ηρεμιστικό και ανακουφίζει από το νευρικό άγχος, την υπερένταση, τη νευρικότητα και την αϋπνία χωρίς να γίνεται συνήθεια ή ανάγκη.
Τρίχες! Φυσικά και γίνεται συνήθεια. Φυσικά και γίνεται ανάγκη. Από τη στιγμή που θα δεις ότι έχει αποτέλεσμα φυσικά και θα εξαρτηθείς απ’ αυτό. Στις μέρες μας όπου το άγχος είναι κάτι σαν το επίθετό μας, μας ακολουθεί παντού και όλους ανεξαιρέτως, είναι δυνατόν να μην εθιστείς από κάτι που σε βοηθά να το αποβάλλεις; Αναζητούμε την ηρεμία μας τόσο απεγνωσμένα που μια ολόκληρη οικονομία έχει αναπτυχθεί γύρω από το πώς να ηρεμούμε. Γυμναστικές μέθοδοι για να αποβάλλουμε το άγχος, χοροί με τους οποίους μειώνουμε τη νευρικότητα, πολεμικές τέχνες που συνδυάζουν τεχνική και αυτοσυγκέντρωση για εκτόνωση της υπερέντασης, spa για ομορφιά και αποβολή της αρνητικής ενέργειας, μασέρ με ειδικές τεχνικές για αποβολή του στρες… Όλα αυτά που μέχρι πριν λίγα χρόνια μας ήταν άγνωστα και που τώρα τα χρυσοπληρώνουμε για να εξασφαλίσουμε την ηρεμία μας. Όλα αυτά που οργανική εξάρτηση μπορεί να μη μας δημιουργούν αλλά προκαλούν σίγουρα ψυχολογική και αυτή η μορφή εξάρτησης είναι πολύ χειρότερη, πολύ πιο δεσμευτική.
Μποϊκοτάζ, σκέφτηκα! Δεν είμαι διατεθιμένη να γίνω ένα ακόμη θύμα του καταναλωτικού κοινού. Θύμωσα ξάφνου απέναντι σε όλες τις φαρμακευτικές εταιρίες που προσπαθούν να ξεγελάσουν τον κόσμο. Τους απατεώνες, σκέφτηκα, και άδειασα το περιεχόμενο του φιαλιδίου μέσα στη λεκάνη. Ήξερα βέβαια πως το νερό απ’ το καζανάκι παρέσυρε μαζί με τα χάπια και την παραμικρή πιθανότητα ύπνου μου.
Αφού μου απέμεινε η δεύτερή μου επιλογή ως μοναδική αποφάσισα να κλειστώ στο δωματιο που είχα επιμελώς διαμορφώσει ως αναγνωστήριο και να διαλέξω ένα ακόμη βιβλίο για να με συντροφέψει τη νύχτα αυτή. Τα ηχεία τώρα έπαιζαν χαμηλόφωνα μελωδίες του Τσαϊκόφσκι και εγώ είδα τον ήλιο να ανατέλλει στο παράθυρό μου κρατώντας μια συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, ποιήματα που πάντα, από την εφηβεία μου μέχρι και σήμερα στα τριανταοκτώ μου χρόνια κατάφερναν να με κάνουν να ταξιδεύω.
Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα στα δεκαπέντε μου ένιωθα πως η μέρα που θα ξεκινούσα τα ταξίδια μου προκειμένου να γνωρίσω τα πέρατα του κόσμου δε θα αργούσε να έρθει. Ένιωθα πως το μέλλον μου είναι εκεί και περιμένει με ανοιχτές αγκάλες να καλωσορίσει κάθε μου βήμα προς την ενηλικίωση, κάθε μου βήμα προς την ωριμότητα. Έβλεπα στεριές να ξεπροβάλλουν μέσα από το πούσι και αγωνιούσα να τις εξερευνήσω σπιθαμή προς σπιθαμή. Πολύχρωμες πολιτείες με λαμπερά φώτα με καλοσώριζαν, φιλίες δημιουργούνταν σε κάθε χώρα, φλογεροί έρωτες ξεσπούσαν και έφευγα από κάθε λιμάνι με την ίδια όρεξη για το επόμενο ταξίδι. Είχα πατρίδα μου την Ελλάδα, αφετηρία μου τον τόπο αυτόν που τόσο αγαπούσα αλλά ο νόστος ήταν για μένα το αραξοβόλημα που θα με έβρισκε γεμάτη από εμπειρίες και ιστορίες για να διηγούμαι στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου ακόμα.
Διαβάζοντας τα ίδια ποιήματα σήμερα, στα τριανταοκτώ μου, βρίσκομαι πάνω σε ένα θεόρατο πλοίο και ταξιδεύω επί μήνες και χρόνια προς άγνωστους προορισμούς, προερχόμενη από μία εξίσου άγνωστη πατρίδα. Βλέπω τον εαυτό μου κλεισμένο σε μια παρακμιακή καμπίνα να παρατηρώ από το φινιστρίνι την αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα και να νιώθω τις δονήσεις των μηχανών πότε να φουντώνουν και πότε να καταλαγιάζουν σαν τους ζωτικούς παλμούς της καρδιάς μου. Το πλοίο αράζει σε τόπους μακρινούς, σε τόπους γκρίζους κι εγώ περιπλανιέμαι ανάμεσα σε αγνώστους, απαρατήρητη, αόρατη. Περιμένω το επόμενο μπαρκάρισμα ελπίζοντας πως ο επόμενος προορισμός θα είναι η έκπληξη, η έκπληξη που με λαιμαργία αναζητώ στο ταξίδι ετούτο. Ταξιδεύοντας περνούν τα χρόνια της ζωής μου και περιμένω πάντα κάτι που δεν έρχεται, περιμένω να δημιουργήσω μια πατρίδα, έναν τόπο που θα μου είναι γνώριμος, που θα αγαλιάσει η ψυχή μου τη στιγμή που θα πατήσει το χώμα του και που θα με έχει αγαπήσει όσο θα τον έχω αγαπήσει κι εγώ.
Η ώρα τώρα πήγε επτά. Ώρα να αφήσω τα νοερά μου ταξίδια και να επιστρέψω στην επιτακτική πραγματικότητα, σ’ αυτήν που μου επιβάλλει να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Σηκώνομαι από την αναπαυτική μου πολυθρόνα και κατευθύνομαι προς το νιπτήρα να ρίξω λίγο νερό στο νυσταγμένο -πλέον- πρόσωπό μου.
Κοιτάχτηκα για λίγο στον καθρέφτη. Έπειτα πλησίασα λίγο ακόμα σαν να μην αναγνώριζα την γυναίκα στο είδωλο. Εξέτασα προσεκτικά τα μάτια μου, το μέτωπό μου, τα χείλη και τα ζυγωματικά μου. Σαν να μη με έπειθαν τα όσα αντίκριζα έβγαλα το νυχτικό μου. Παρατηρούσα τον λαιμό μου, τα στήθη μου, τα χέρια μου, την κοιλιά μου, τα άγγιζα για να να νιώσω τη θέρμη τους, για να δω αν είμαι ακόμα ζωντανή και όταν βεβαιώθηκα πως ζω ντύθηκα ξανά, έστριψα απαξιωτικά την πλάτη μου προς το είδωλο και διαπίστωσα τη μία και μοναδική διαφορά που υπήρχε μεταξύ εμού και της γυναίκας στον καθρέφτη.
Eγώ, γέρασα.

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s