Ο άντρας με το ξύλινο πόδι


(Από Φ. Θ. Κορφιάτη) :

Τον γνώρισα στo Ρότερνταμ, μέσα σε μια λάντσα που μάζευε κόσμο από τα καράβια που περίμεναν στη ράδα. Πήγαινα στον οφθαλμίατρο για να περάσω από εξετάσεις και να παραγγείλω γυαλιά μυωπίας. Ήταν καλοντυμένος. Φορούσε κουστούμι από ακριβό εγγλέζικο κασμήρι και

γραβάτα Πιερ Καρντέν, τα μαλλιά του τα είχε περιποιηθεί με πιστολάκι, φαινόταν φιλάρεσκος.
«Θα μείνετε πολύ καιρό στη ράδα;»
Ρωτούσε για το «Ο Σόλε Μίο», το φορτηγό απ’ όπου με είδε να κατεβαίνω κι όπου ήμουν μηχανικός. Πιάσαμε την κουβέντα. Ήταν μεγαλύτερος από μένα και εργαζόταν ως αρχικαπετάνιος σε μεγάλη εφοπλιστική εταιρεία στο Σίτι του Λονδίνου. Με κοίταζε επίμονα. Όταν ρώτησε να μάθει το λόγο της εξόδου μου, του μίλησα για τα γυαλιά μυωπίας. Χαμογέλασε ειρωνικά και είπε πως συνήθως όσοι πάνε στο γιατρό το κάνουν για τη βλεννόρροιά τους. Εγώ δεν τον ρώτησα τίποτα, δεν μ’ ενδιέφερε το άτομό του. Μόνο όταν βρεθήκαμε στον ντόκο και περπατήσαμε μαζί, πρόσεξα την δυσκολία στο βάδισμά του. Μου αποκάλυψε πως δεν είχε χτυπήσει πουθενά, απλώς το αριστερό του πόδι ήταν ξύλινο, τεχνητό. Είχε πάθει γάγγραινα και του το είχαν κόψει. Μια βραδιά, σ’ ένα μπαρ στην Αμβέρσα, κάποιος τον είχε μαχαιρώσει, πάνω από το γόνατο, για τα μάτια μιας γυναίκας. Η κόψη του μαχαιριού ήταν μολυσμένη και το πόδι σάπισε. Πήγαινε, είπε, σε μια κλινική για να αντικαταστήσει τον παλιό μηχανισμό και να βάλει καινούργιο από ειδικούς ολλανδούς επιστήμονες. Στη συνέχεια μίλησε με θαυμασμό για την σύγχρονη ολλανδική τεχνολογία. Τον αντιπάθησα αμέσως· αιτία ήταν η αναίδεια του και οι αγενείς ερωτήσεις του.
«Παντρεμένος;» με ρώτησε.
«Όχι» απάντησα.
«Καλά κάνεις» είπε. «Άσ’ το, μη βιαστείς».
Ήμουν είκοσι πέντε χρονών κι εκείνος γύρω στα σαράντα.
«Κι εγώ που παντρεύτηκα τι κατάλαβα;» πρόσθεσε.
Λίγο αργότερα οι δρόμοι μας χωρίσανε. Εγώ πήγα στον οφθαλμίατρο κι εκείνος στάθηκε στο πεζοδρόμιο, περιμένοντας ταξί.
«Θα τα ξαναπούμε», είπε.
Ο τόνος της φωνής του είχε μια σιγουριά. Εγώ όμως αμφέβαλλα για μια μελλοντική συνάντησή μας.
*
Τον ξανάδα την επόμενη μέρα, το βράδυ, στο μπαρ «Ακρόπολις», απέναντι από το Seamen’s Club. Καθόμουν με την Αμάντα, μια κοπέλα από την Ονδούρα, σ’ ένα γωνιακό τραπέζι, πίνοντας ποτά. Επρόκειτο για ωραία γυναίκα, όλοι οι πελάτες του μαγαζιού ήθελαν να την πάρουν νυχτιά. Ξαφνικά, τσουπ, εμφανίστηκε ο αρχικαπετάνιος στην είσοδο με μια ξανθιά. Φαίνονταν κι οι δύο πίτα, τρέκλιζαν, ήταν έτοιμοι να σωριαστούν στο δάπεδο. Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι κοντά μου, πράγμα που με δυσαρέστησε.
Όταν συνήθισε στο ημίφως, με πήρε το μάτι του. Σήκωσε το ποτήρι του με τη μπίρα και φώναξε εις επήκοον όλων των θαμώνων:
«Εβίβα, συνάδελφε!»
Ύψωσα απρόθυμα το ποτήρι μου κι εκείνος κάλεσε τη σερβιτόρα και παράγγειλε ένα ποτό για μένα κι ένα για τη συνοδό μου. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ήρθε να σταθεί πάνω από το κεφάλι μου.
«Θα επιστρέψεις στο καράβι;» με ρώτησε.
Είχα κανονίσει να περάσω τη νύχτα με την Αμάντα και του το είπα.
«Ωραία!» είπε. «Θα πάμε στο ίδιο ξενοδοχείο».
Δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα. Συνειδητοποίησα πως είχα μπλέξει. Ο τύπος ξόδευε πολλά, κέρναγε όσους γνώριζε κι έδινε χοντρό φιλοδώρημα. Οι σερβιτόρες σκοτώνονταν να τον σερβίρουν κι οι κοπέλες του μπαρ μακάριζαν την ξανθιά δίπλα του. Αυτός, γνωρίζοντας καλά τη γοητεία που ασκούσε η γενναιοδωρία του στα θηλυκά, κοίταζε τους πάντες αφ’ υψηλού. Κάποια στιγμή που είχε χώσει το κεφάλι του στο στήθος της κοπέλας, έκανα νεύμα στην Αμάντα, οπότε φύγαμε στα μουλωχτά. Την παρακάλεσα να διαλέξει ένα ξενοδοχείο μακριά από το μπαρ, ας ήταν και πιο ακριβό, αρκεί να μην μπορούσε να μας βρει ο περίεργος με το ξύλινο πόδι. Το ξενοδοχείο βρισκόταν σ’ ένα ήσυχο στενό. Πλήρωσα στη ρεσεψιόν, πήρα το κλειδί και ανεβήκαμε με το ασανσέρ στο δεύτερο πάτωμα. Μπήκαμε στο δωμάτιο, όπου προπλήρωσα την Αμάντα, σύμφωνα με τα καθιερωμένα. Μπανιαριστήκαμε, ήπιαμε αναψυκτικά από το ψυγείο και ξαπλώσαμε στο μαλακό κρεβάτι, έχοντας απέναντί μας έναν μεγάλο καθρέφτη, καθώς ακουγόταν από τα κρυμμένα μεγάφωνα η «Συμφωνία της Χαράς» του Μπετόβεν.
Όλα πήγαιναν καλά. Τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να τη φιλήσω, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Σήκωσα το κεφάλι μου και την κοίταξα απορημένος. Δεν ήξερε να μου εξηγήσει, δεν πήγαινε πουθενά το μυαλό της. Ο ρεσεψιονίστ δεν μπορούσε να είναι, αν ήθελε κάτι θα μας έπαιρνε στο εσωτερικό τηλέφωνο. Τα χτυπήματα συνεχίζονταν.
«Η αστυνομία;» τη ρώτησα.
Είχα σκεφτεί πως ίσως ήρθαν για έλεγχο. Τμήμα ηθών και τέτοια. Εκείνη απάντησε πως αυτό συνέβαινε καμιά φορά στα τοπικά ξενοδοχεία, αλλά το συγκεκριμένο έχαιρε καλής φήμης· οι αστυνομικοί δεν ενοχλούσαν τους ενοίκους του. Αρκετά εκνευρισμένος, σηκώθηκα από το κρεβάτι, φόρεσα μια ρόμπα που βρήκα στην ντουλάπα και πήγα προς την πόρτα.
Άνοιξα και βρέθηκα προ εκπλήξεως: μπροστά μου στεκόταν ο αντιπαθητικός τύπος μαζί με την ξανθιά. Τα μάτια του ήταν κόκκινα από το ποτό. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, όλα πάνω του απέπνεαν κακομοιριά και δυστυχία.
«Υπάρχει σοβαρή ανάγκη», είπε.
Κανονικά, θα ’πρεπε να τον διαολοστείλω, αλλά δεν μου έκανε καρδιά να του κλείσω την πόρτα κατάμουτρα. Επικράτησε ο πατριωτισμός, η συντροφική αλληλεγγύη και άλλα παρόμοια συναισθήματα, που χαρακτηρίζουν μαλακούς ανθρώπους σαν κι εμένα. Η ξανθιά δεν μίλησε αλλά το βλέμμα της ήταν τόσο ικετευτικό που δέχτηκα να τους ακολουθήσω στο δωμάτιό τους, αφήνοντας την Αμάντα μόνη.
*
Το μόνο που ήθελε ήταν να τον βοηθήσω να ξεβιδώσει το τεχνητό του πόδι· βρισκόταν σε αθλία κατάσταση, αδύνατον να υπακούσουν τα χέρια του στις οδηγίες του εγκεφάλου του. Ο καινούργιος μηχανισμός που είχε τοποθετηθεί στην κλινική ήταν περίπλοκος και χρειαζόταν νηφαλιότητα. Τα δάχτυλα έπρεπε να είναι σταθερά για να λασκάρουν τις βίδες και τα παξιμάδια, ώστε να αποσυνδεθούν οι ασφάλειες. Η ξανθιά ήταν και μεθυσμένη και αδέξια. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της, δεν κατάφερε να αποσυναρμολογήσει το πόδι.
«Είσαι μηχανικός», μου είπε ο τύπος με θαυμασμό, λες και ήμουν κανένας πυρηνικός επιστήμονας.
Στο δωμάτιό του έβγαλε το κασμιρένιο παντελόνι κι έμεινε μ’ ένα κόκκινο σλιπ. Παρά τις δυσκολίες του μηχανισμού, μέσα σε πέντε λεπτά κατάφερα να ξεβιδώσω το ξύλινο πόδι και να το ακουμπήσω στο κομοδίνο. Η ξανθιά κοίταζε με θαυμασμό πότε εμένα και πότε το πόδι. Εμένα για την επιδεξιότητά μου και το πόδι για την τέλεια κατασκευή του: ήταν φτιαγμένο από ραφιναρισμένα υλικά, ψιλοδουλεμένα, με επιχρωμιωμένες πόρπες και ατσάλινα γυαλιστερά ελατήρια. Eγώ είχα γοητευτεί για διαφορετικό λόγο: για το τατουάζ στον κομμένο μηρό. Παρίστανε μια τσαχπίνα γοργόνα κεντημένη με ζωηρά χρώματα, που είχε πονηρά κόκκινα χείλη και γελαστά γαλάζια μάτια.
Κίνησα να φύγω κι εκείνος θεώρησε καλό να μ’ ευχαριστήσει:
«Σ’ ευχαριστώ, θα το εκτιμήσω αυτό», μου είπε.
Επιστρέφοντας στο δωμάτιό μου, διαπίστωσα ότι η Αμάντα την είχε κοπανίσει, μαζί με το πορτοφόλι μου. Προφανώς, είχε βαρεθεί να με περιμένει• ίσως να είχε θυμώσει. Η απώλεια μερικών εκατοντάδων ευρώ δεν ήταν τόσο τρομερό πράγμα· το ότι έμελλε να κοιμηθώ μόνος τη νύχτα ήταν.
*
Ήταν περασμένη η ώρα και τα μπαρ είχαν κλείσει. Είχα δύο επιλογές: ή να κοιμηθώ εκεί ή να βγω στο δρόμο προς αναζήτηση ταξί για να γυρίσω στο καράβι με τη λάντσα. Προτίμησα την πρώτη μιας και δεν είχα λεφτά. Εξάλλου, είχα προπληρώσει το δωμάτιο. Επανήλθα στο άδειο κρεβάτι αλλά οι στεναγμοί και τα τριξίματα από δίπλα δεν μ’ άφηναν να ησυχάσω. Σηκώθηκα αλαφιασμένος, φόρεσα βιαστικά τη ρόμπα, βγήκα στο διάδρομο και χτύπησα την πόρτα του δωματίου του αρχικαπετάνιου. Χωρίς να περιμένω απάντηση, γύρισα το χερούλι και βρέθηκα στον ιδιωτικό χώρο του συμπατριώτη μου: ο τύπος κειτόταν ξαπλωμένος, ενώ η ξανθιά ήταν καθισμένη ιππαστί πάνω του. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, ήταν το κομμένο πόδι, το οποίο κουνιόταν στο ρυθμό της κοπέλας, αλλά κι η τσαχπίνα γοργόνα που χόρευε. Όσο για το ξύλινο μέλος ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο με τα ελατήρια και τις βίδες του να γυαλίζουν στο ημίφως.
Ακολούθησε ένα διπλό ουρλιαχτό ηδονής. Μόλις η ξανθιά αφίππευσε και έγειρε στο πλάι του, εκείνος με είδε, αλλά δεν φάνηκε να εκπλήττεται. Εκείνη όμως καταλήφθηκε από σεμνοτυφία και προσπάθησε να κρύψει από τα βλέμματά μου το απόκρυφο σημείο της με το χέρι.
«Η δικιά μου την κοπάνισε», του είπα κοφτά.
Το ύφος μου του έδωσε να καταλάβει πως η άκομψη είσοδός μου στο ερωτικό τους άντρο οφειλόταν σε κάποια ανάγκη που δεν μπορούσε να εκπληρωθεί. Αντιλαμβανόμενος πως αυτό είχε συμβεί από δική του υπαιτιότητα, άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο όπου φύλαγε το πορτοφόλι του κι έβγαλε ένα μάτσο ευρώ. Τα ανέμισε μπροστά στα μάτια της ξανθιάς και μου έκανε νεύμα να πλησιάσω.
«Τη λένε Άντζελα», μου είπε. «Ελληνίδα».
Εκείνη δεν έβγαλε τσιμουδιά, οπότε βρέθηκα στο κρεβάτι. Ο ασυρματιστής σηκώθηκε κούτσα κούτσα και χωρίς άλλη κουβέντα βγήκε από το δωμάτιο και μπήκε στο δικό μου. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που πλάγιαζα με δανεική γυναίκα και μάλιστα υπό τους ήχους του καλπασμού των Βαλκυριών από το «Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν» του Βάγκνερ.
*
Κάποια στιγμή, μπουκάρισαν στο δωμάτιο τρεις ένστολοι αστυνομικοί με τα περίστροφα στα χέρια. Κοίταζαν μια εμένα, μια το τεχνητό μέλος, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πώς ήταν δυνατόν ο άντρας που βρισκόταν στο κρεβάτι να είναι αρτιμελής και ταυτόχρονα να έχει δίπλα του ένα ξύλινο πόδι. Γρήγορα συνήλθαν κι ένας από αυτούς έπιασε το κούφιο πόδι με την ωραία μαύρη βαμβακερή κάλτσα και το ωραίο γυαλιστερό μαύρο μοκασίνι και το περιεργάστηκε. Έψαξε στο εσωτερικό του και βρήκε κάτι σακουλάκια επιμελώς τοποθετημένα. Μας κοίταξε αυστηρά και ανέμισε τα σακουλάκια μπροστά στα μάτια μας. Η ξανθιά Άντζελα έβγαλε ένα ουρλιαχτό, ενώ εγώ είχα μείνει κόκαλο.

*
Στο αστυνομικό τμήμα όπου με κουβάλησαν με ανέκριναν με αυστηρότητα και με προφυλάκισαν μαζί με τον αρχικαπετάνιο αλλά σε χωριστό κελί. Τελικά, ύστερα από μια βδομάδα, αποφυλακίστηκα λόγω αμφιβολιών. Όταν επέστρεψα στο «Ο Σόλε Μίο» ήμουν σωματικό και ψυχικό ράκος. Ταλαιπωρημένος αρκετά, τα έβαζα με τον εαυτό μου και την βλακώδη επιπολαιότητά μου. Η φυλακή ήταν κάτεργο κι εγώ που ήμουν συνηθισμένος σε ανέσεις, έπαθα διάφορα που δεν είναι του παρόντος να εξιστορήσω. Εκείνον τον κράτησαν μέσα κι ένας θεός ξέρει πότε θα έβγαινε, αν έβγαινε. Όταν το μεσημέρι επέστρεψα στο καράβι, οι φήμες σχετικά με το συμβάν είχαν αποκτήσει τερατώδεις διαστάσεις. Όλοι με κοιτούσαν λες και έπεσα από τον Άρη. Έδινα εξηγήσεις, προσπαθώντας να πείσω πως δεν ήμουν ελέφαντας.
Ω, ναι, φτηνά την είχα γλιτώσει.
*
Ξαναείδα τον άνθρωπο με το ξύλινο πόδι λίγους μήνες μετά, αυτή τη φορά στη Μασσαλία, σ’ ένα καμπαρέ στο Παλιό λιμάνι. Ήμουν ακόμα στο «Ο Σόλε Μίο». Στο μαγαζί τραγουδούσε η Αδέλα, την οποία πριν κανένα χρόνο είχα γνωρίσει στην Αμβέρσα. Λεπτή, μελαχρινή, είχε σπουδάσει αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και θέατρο στη σχολή του Κουν. Ο αρχικαπετάνιος καθόταν μόνος σ’ ένα μπροστινό τραπέζι, πίνοντας σαμπάνια και παρατηρώντας την. Ήταν πάλι καλοντυμένος, φορούσε γραβάτα Πιερ Καρντέν και τα μαλλιά του τα είχε περιποιηθεί με πιστολάκι. Η φυλακή δεν φαινόταν να τον έχει αγγίξει σε αντίθεση με μένα που ακόμα υπέφερα απ’ όσα έπαθα στο Ρότερνταμ. Σκέφτηκα να του ορμήσω και τον κάνω μαύρο στο ξύλο, αλλά επικράτησε μέσα μου η λογική.
Κάθισα σ’ ένα τραπέζι μακριά του με το βλέμμα στραμμένο στην τραγουδίστρια, η οποία μόλις τελείωσε τον αγνόησε κι ήρθε σε μένα. Φορούσα μια πράσινη μπλούζα, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Ήπιαμε κάμποσα ποτήρια μπίρα, ενώ εκείνος μας κοιτούσε λοξά. Κάποια στιγμή, καθώς συζητούσαμε κάτω από το φως των κεριών για ταξίδια και τέχνη, η Αδέλα με κοίταξε έκπληκτη:
«Τι έχουν τα μάτια σου;»
«Τι έχουν;»
«Είναι πράσινα!»
«Μπα, ιδέα σου είναι!»
Δεν ήταν ιδέα της, το ήξερα. Κάποτε, σ’ ένα ταξίδι από τη Αργεντινή στην Αυστραλία με το «Δωτώ», κι ενώ ο Ειρηνικός είχε ένα βαθύ μπλε χρώμα σαν μελάνι στυλογράφου, ο δόκιμος που καθόταν δίπλα μου στην κουπαστή με ρώτησε, Ρε συ, τι έχουν τα μάτια σου; Τι έχουν; Δεν ξέρω, να πας στον γραμματικό. Ο γραμματικός δεν μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο: τα μάτια μου από καστανά είχαν γίνει μπλε, σαν το νερό του ωκεανού.
Η Αδέλα χαμήλωσε το κεφάλι της και μου ψιθύρισε:
«Τον ξέρεις αυτόν με την γραβάτα Πιερ Καρντέν;»
Δίστασα για λίγο και είπα:
«Τον είχα γνωρίσει στο Ρότερνταμ. Είναι αρχικαπετάνιος, έτσι μου είπε».
«Να τον προσέχεις! Σπρώχνει ναρκωτικά εδώ κι εκεί, σε ναυτικούς και σε πελάτες του μαγαζιού».
«Ευχαριστώ για την πληροφορία», της είπα, χωρίς να της αναφέρω το περιστατικό στο «Ακρόπολις» και τον εγκλεισμό μου στη φυλακή.
Μετά από λίγο, ήπια βιαστικά το ποτό μου και την κοπάνισα. Φεύγοντας, του έριξα μια βιαστική ματιά· εκείνος μου χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Λίγη ώρα αργότερα, κι ενώ ανέβαινα τη λεωφόρο Κανεμπιέρ, με σταμάτησαν δυο άντρες με πολιτικά, μου έδειξαν αστυνομικές ταυτότητες, με κουβάλησαν στο τμήμα και μ’ έκλεισαν στο κρατητήριο. Το πρωί μου έκαναν σωματική έρευνα, δεν βρήκαν πάνω μου τίποτα το επιλήψιμο και με άφησαν. Η ψυχική μου όμως ισορροπία είχε διαταραχτεί.

*
Η τρίτη μας συνάντηση έγινε ένα μήνα μετά στην Αθήνα, στο γραφείο ψυχολογικής υποστήριξης όπου κατέφυγα για να εξιστορήσω σε κάποιον ειδικό τα βάσανά μου στη ολλανδική φυλακή και στο γαλλικό κρατητήριο. Ο κατά δήλωσή του αρχικαπετάνιος, καθόταν στον καναπέ του προθαλάμου μαζί με άλλους και ατένιζε το ταβάνι· περιέργως, καθισμένη στον καναπέ ήταν κι η Αδέλα, αλλά δεν φαίνονταν να είναι μαζί. Τώρα δεν φορούσε κασμιρένιο κουστούμι, ούτε γραβάτα Πιερ Καρντέν. Το μαλλί του ήταν λαδωμένο λες και δεν είχε λουστεί κανένα μήνα. Το περίλυπο ύφος του έδειχνε πως βρισκόταν σε κατάσταση αποδιοργάνωσης, ήταν η σκιά του εαυτού του. Δεν έδειξε να με αναγνωρίζει, παρόλο που το βλέμμα του με έπεσε πάνω μου εξεταστικά. Ούτε η Αδέλα με αναγνώρισε. Φορούσα κασκέτο του τένις και γυαλιά ηλίου.

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s