Ο Αντρίκος της Πεντέλης part3


(Από Irene Key) :

Ο Αντρίκος ένοιωθε σαν να βρισκόταν μέσα σε ομίχλη…
Απέναντι του η Φιλιώ – κι η φωνή της ν’ ακούγεται σαν ηχώ “…εγώ πάντα πίστευα πως θα τα καταφέρεις…θα τα καταφέρεις…”
Eικόνες και μνήμες άρχισαν ν’αναδύονται ανάμεσα τους – δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει απο την τελευταία τους συνάντηση…
Ο Αντρίκος ήταν τότε ενας λεπτοκαμωμένος έφηβος – κλειστός σαν το στρείδι. Τόσο ντροπαλός και λιγομίλητος που στο κομμωτήριο, τις πρώτες μέρες αναρωτήθηκαν αν ήταν “παιδί με ειδικές ανάγκες”.
Κι η Φιλιώ – 35 χρόνων τότε – είχε μόλις αφήσει πίσω της έναν ολέθριο γάμο – μ’ έναν άντρα άπιστο κι αυταρχικό, που όμως εξακολουθούσε να ειναι ερωτευτευμένη μαζί του…
Τ’ “αστεία” και τα πειράγματα του Βύρωνα – του”αφεντικού” στο κομμωτήριο – ήταν για τον Αντρίκο μια οδυνηρή δοκιμασία.
Η Φιλιώ ήταν η μόνη που είχε δώσει σημασία σ’ αυτό – φρόντιζε να παρεμβαίνει και να σταματάει τ’ανόητα γέλια των κοριτσιών – που θεωρούσαν “υποχρέωση” τους ν΄ανταποκριθούν στην σαχλαμάρα του “αφεντικού”.
Η Φιλιώ τον απομάκρυνε, ζητώντας του να ετοιμάσει τα υλικά για τις βαφές και να καθαρίσει τις βούρτσες…
Αντίστοιχα κι εκείνος, καταλάβαινε πόσο την πείραζαν τα κουτσομπολιά…Τα κορίτσια να σχολιάζουν καθε τόσο ή να της λένε πως “έπρεπε σύντομα να ξαναφτιάξει τη ζωή της αν δεν ηθελε να χάσει το τραίνο…”
Την φώναζε τότε – ταχα πως δεν τα κατάφερνε να κάνει κάποια δουλειά – άλλαζε κουβέντα και της άλλαζε την διάθεση.
Δεν ειχαν καταφερει να ταιριάξουν με κανέναν εκεί μέσα – είχαν όμως ταιριάξει πολύ καλά μεταξύ τους.
Η Φιλιώ έβλεπε στο προσωπό του το παιδί που θα ήθελε να έχει κάνει κι εκείνος έβρισκε μιά μητέρα όπως θα ήθελε να ειναι η μητέρα του. Δεν υπήρχαν “κρίσεις” και “κριτικές” ανάμεσα τους, μονο κατανόηση, αποδοχή – και μια επικοινωνία παράξενη, τηλεπαθητική.
Η Φιλιώ δεν τον ρώτησε ποτέ για τα χρόνια στο ίδρυμα ή για τις συνθήκες στο σπίτι του και στην οικογενειά του.
Μόνον ο τρόπος που μιλούσε για τον παππού και τον θείο του – “τα γοριλάκια” – έδειχνε πως είχε καταλάβει πολύ καλά τις συνθήκες της ζωής του… Δεν θα είχε βρει τό θάρρος να ζητήσει από το ίδρυμα να συνεχίσει το σχολείο αν δεν είχε την Φιλιώ – και το ήξερε.
Δεν μπορούσαν ευκολα να συναντιόνται μετά που έφυγε απο το κομμωτήριο – η Στέγη ήταν μακριά κι ο χρόνος τους περιορισμένος.
Μίλησαν μερικές φορές στο τηλέφωνο, αλλά ο Αντρίκος πάντα φοβόταν να μην γίνεται βάρος κι έτσι λιγους μήνες μετα χαθήκαν.
Ομως την σκεφτόταν συχνά – πολλές φορές την έβλεπε και στα όνειρά του, να του δίνει θάρρος, σιγουριά και λύσεις σε προβλήματα…
Σαν ολογράμματα περνούσαν τώρα αναμεσά τους οι εικόνες – κι όλα τα χρόνια απο την τελευταία τους συνάντηση χώρεσαν σε μια μόνο στιγμή – σ’ εκείνο το…” εγώ πάντα πίστευα πως θα τα καταφέρεις…”

“Φυσικά σε σκεφτόμουν κι εγώ…” είπε η ξεκάρφωτα η Φιλιώ – καθώς έβγαζε απο ενα μικρό ψυγείο που έμοιαζε με ντουλαπάκι ένα αναψυκτικό.”Σε σκεφτόμουν, και ήξερα πως τα πάς καλά – ακομα κι αν έπαψες να τηλεφωνείς…”

Ο θόρυβος της πόρτας που άνοιξε στο διπλανό δωμάτιο έσβυσε απότομα τα “ολογράμματα” και την “ομίχλη” που κύκλωνε τον Αντρίκο. Γύρισε να κοιτάξει μουδιασμένος τον σύμβουλο κ. Αναγνώστου, που συνόδευε κατά την εξώπορτα μιαν αναστατωμένη νεαρή κοπέλλα.
Ενας συμπαθητικός 45άρης, ψηλός και γεροδεμένος, με λιγοστά ξανθά μαλλιά και πλατύ χαμόγελο.
” Θα σε βοηθήσει η επικοινωνία με την ομάδα – μην ανησυχείς…” ειίπε στη κοπέλα. “Αλλωστε… δεν θα χρειαστεί να κάνεις κάτι που δεν θέλεις – ειναι μόνο μια δοκιμή… Αν δεις πως δεν αισθάνεσαι άνετα μπορείς και να φύγεις…Σε δυό ώρες λοιπόν, στις 7 θα τα ξαναπούμε…Θα σε περιμένουμε…”

Έκλεισε την πόρτα κι αμέσως γύρισε πρός τον Αντρίκο κι άπλωσε το χέρι του να τον χαιρετήσει.
“Ο Ανδρέας Φιλίππου υποθέτω…εκ μέρους του κ. Ελευθερίου – σωστά…;”
Η φωνή του ήταν βαθιά και σταθερή – το ίδιο και το βλέμμα του.
“Σωστά…” απάντησε η Φιλιώ “…ο Αντρίκος μας…”
Ο Ευτύχιος Αναγνώστου την κοίταξε απορημένος…
“Γνωρίζεστε…;”
“Εδώ και πολλά χρόνια – δεκατέσσερα για την ακρίβεια…Σήμερα συναντηθήκαμε ξανά…Εντελώς συμπτωματικά και…ξέρεις εσύ από κάτι τέτοιες συμπτώσεις – δεν θα σου κάνει εντύπωση…”
“Κατάλαβα – ή τουλάχιστον νομίζω…Οπως και να’ναι – καλωσήρθες – χαίρομαι που σε γνωρίζω…Ανδρέας ή Αντρίκος…;
Ποιό απ’ τα δύο προτιμάς…”
Ο Αντρίκος δεν ήξερε να απαντήσει – πρώτη φορα βρισκόταν μπροστα σε μια τέτοια ερώτηση.
Εκείνο το “Ανδρέας” του άρεσε – αλλά του φαινόταν ξένο… Σαν να μην ήταν αυτό το κανονικό του όνομα…
“Κι εγώ…χαίρω πολύ…Ομως…δεν ξέρω να σας πω ποιό απο τα δυό θα προτιμούσα…”
“Ωραία λοιπόν, θα το κουβεντιάσουμε λιγο καλύτερα αυτό το θέμα…Ας περάσουμε στο γραφείο – λέω να μην χάνουμε χρόνο…
Θα δώσεις και για μένα ενα ανψυκτικό Φιλιώ…;”

Το ιδιαίτερο γραφείο του Αναγνώστου ήταν ενα δωμάτιο ευχάριστο και λιτό. Μια βαμβακερή κουρτίνα σ΄όλους τους τόνους του μπλέ κάλυπτε ολόκληρο τον ένα τοίχο – και δίπλα ένα στρώμα με γαλάζιο καλυμα και μεγάλα μπλέ μαξιλάρια.
Στην άλλη άκρη του δωματίου δυο αναπαυτικές πολυθρόνες απο μπαμπού – κι αναμεσά τους ένα τραπέζι με φρέσκα λουλούδια.
Ο Αντρίκος παραξενεύτηκε – αυτό το “γραφείο” δεν ειχε καμμιά σχέση με ότι είχε καταγράψει στο νου του σαν “γραφείο”.
Ο Αναγνώστου τον παρατηρησε. Κοιτούσε το δωμάτιο σχεδόν εκπληκτος.
“Ελπίζω να αισθάνεσαι άνετα εδώ…” είπε ευγενικά.
“Οπωσδήποτε, δεν μοιάζει καθόλου με το γραφείο του κ. Ελευθερίου…” μουρμούρισε ο Αντρίκος – σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό του.
Στο νού του ήρθαν τα “γραφεία” όπως τα ήξερε στο ίδρυμα…
Ήταν όλα ίδια – μεταλλικά με δερμάτινες καρεκλες και γκρίζα γιαλιστερά στόρια. Το “γραφείο” του κ. Ελευθερίου δεν είχε και μεγάλη διαφορά απο το γραφείο του διευθυντή – κι όσο κι αν ο Αντρίκος τον συμπαθούσε, ποτέ δεν ειχε νοιώσει πραγματικα “άνετα” εκεί.
Για τον Αναγνώστου δεν ηταν δά και δύσκολο να μαντέψει τις σκεψεις του.

“Φανταζομαι πως σ’ ένα ίδρυμα, ακόμα και το γραφείο του ψυχολόγου θα ειναι ίδιο με τα υπόλοιπα – και μάλλον απρόσωπο…
Πιστευω πάντως να είσαι άνετα κι εδώ – κι ας ειναι διαφορετικό απ’αυτό που έχεις συνηθίσει…Ο κ. Ελευθερίου μου μίλησε για σένα – με ιδιαίτερη εκτίμηση πρέπει να σου πώ… ”

“Καλωσύνη του…Ειναι “φίλος” μου ο κ. Ελευθερίου – μ’ έχει βοηθήσει πολύ ολ΄αυτά τα χρόνια… Ακόμα και τώρα που έχω φύγει από την Στέγη πηγαίνω και τον βλέπω πότε πότε…”

“Πόσα χρόνια πάνε που έφυγες..;”

“Επτά…΄Εμεινα εκεί απο τα δεκατέσσερα μέχρι τα εικοσιένα – κατ’ εξαίρεσιν – κανονικά δεν σε κρατάνε μετά τα δεκαοχτώ… Μεσολάβησε όμως ο κ. Ελευθερίου – κι έτσι έμεινα και κατάφερα να τελειώσω το Λύκειο…Μετα πήγα για δυό εξάμηνα στη σχολή ζαχαροπλαστικής και βρήκα τη δουλεια στο φούρνο…Απο τότε μένω στο σπίτι μου, με τη μάνα μου… Ο παππούς πέθανε λιγο καιρό μετά που πήγα να μείνω μαζί τους – κι ο θείος μου…πρίν δυό βδομάδες…”

“Ήταν άρρωστος ο θείος σου…;”

“Όχι ιδιαίτερα…΄Επαιρνε βέβαια κάτι χάπια, εδώ και χρόνια…Ηρεμιστικά κυρίως, όπως κι η μάνα μου…Έπινε κιόλας…Απ΄’ όσο ξερω δεν κάνει – αλλα δεν μπορούσα να τον σταματήσω…Ουτε και μ’ ενδιέφερε άλλωστε …”

“Ομως…τι σας είπε ο γιατρός…; Ποιά ηταν η “αιτία θανάτου”…;”

“Οξύ εγκεφαλικό…Το προηγούμενο βράδυ μου ζητούσε να του πάρω κατι δυνατό για να πιεί…Πήγα στόν κυρ Ανέστη – στην κάβα δυο στενά πιο πάνω απο το σπίτι μας – και του ζήτησα κατι δυνατό…Ο κυρ Ανέστης το κατάλαβε πως ήταν για τον θείο μου, είπε πως έχει μια βότκα μπόμπα στο υπόγειο – ένα κι ένα για να τον στείλει αδιάβαστο…Αγόρασα ένα λίτρο- κι εκείνος το ήπιε όλο…
Το πρωί…απλώς δεν ξύπνησε – κι ήταν κάπως μελανιασμένος…”

Ο Ευτύχιος Αναγνώστου προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Κοιτούσε έκπληκτος τον Αντρίκο… ΄Ηταν δυνατόν να μην έχει συναίσθηση…;; Είχε έμμεσα διαπράξει ένα έγκλημα – και μιλούσε γι’ αυτό με τον πιο αθώο και καθημερινό τρόπο…
“Πιστεύεις πως η βότκα που του έδωσες μπορεί και να τον σκότωσε…;” ρώτησε μουδιασμένος.

“Εγω δεν του έδωσα τίποτα – έκανα μόνο αυτό που μου ζήτησε…Του αγόρασα κάτι δυνατό για να πιεί – δεν ήταν η πρώτη φορα άλλωστε…”

“Ομως…οι γιατροί πρέπει να σας είχαν πεί πως δεν κάνει να πίνει αλκοόλ μαζί με τα ηρεμιστικά…”

“Φυσικά…Όμως εγώ δεν μπορούσα να τον σταματήσω…Είχα προσπαθήσει μερικές φορές, όταν ήμουν πιο μικρός – το μόνο που κατάφερα ήταν να φάω ξυλο… Απο τότε, έκανα απλώς ότι μου ζητούσε – και φρόντιζα να λείπω απο το σπίτι όσο περισότερο μπορούσα…Αυτό με βοήθησε πολύ με τη δουλεια στο φούρνο – δούλευα πολλές ώρες χωρίς να διαμαρτύρομαι. και το αφεντικό ηταν πάντα ευχαριστημένο…Καμμιά φορα μου δίνει και παραπανίσιο μεροκάμματο…”

“Καταλαβαίνω… βέβαια, έχεις δίκιο…Ομως…ο κ. Ελευθερίου μου είπε κάτι για κρίσεις πανικού…Παρουσιάστηκαν μετά τον θάνατο του θείου σου…;”

“Ναι…στην κηδεία…Αναγκάστηκα να βγώ κι απο την εκκλησία – θα σκάσω νόμιζα…Βγήκα έξω,και δεν μπορούσα ούτε ν’ ανασάνω ούτε να κουνηθώ… Κι η μάνα μου, ανησύχησε κι έμεινε μαζί μου – όλα μονος του τά’ κανε ο παπάς… Έτσι κι αλλοιώς δεν ειχε έρθει και κανένας άλλος – ουτε στη γειτονιά δεν ειχε φίλους ο θείος μου…”

“Ειναι η πρώτη φορά που έχεις ένα σύμπτωμα σαν κι αυτό…; Μηπως έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν… ;;

“Οχι τόσο έντονο…Οταν ήμουν μικρός μ’ έπιανε δύσπνοια καμμιά φορά…Το είχα πεί σε μια απο τις “φίλες” μου τις εθελόντριες – στην πιο όμορφη, την Μαριαλένα… Είπε πως θα φταίει το άγχος για το σχολείο και μου ‘δωσε ένα μπουκαλάκι ευκάλυπτο – το μύριζα και μου πέρναγε… Κι όταν πήγα μαθητευόμενος στο κομμωτήριο είχα προβλήματα με την αναπνοή – μάλλον έφταιγε η αμμωνία – μόλις έβγαινα έξω μου περνούσε…
Όταν πέθανε ο παππούς μου – όταν ήρθαν και μας είπαν πως τον βρήκαν στα σκαλιά – ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα τη δύσπνοια τόσο έντονη, μου΄ρθε να λιποθυμήσω…Αλλά δεν κράτησε πολύ – ίσως κανα δεκάλεπτο…
Απο τότε – πάνε χρόνια και δεν είχα άλλη ενόχληση… Τώρα είναι διαφορετικά – δεν είναι μόνο αυτό που συνέβη στην κηδεία…
Η αναπνοή μου κοβεται πολλές φορές την ημέρα – και τη νύχτα γίνεται χειρότερα… Κι ο ευκάλυπτος…δεν βοηθάει και πολύ…”

Ο Αναγνώστου τον άκουγε προσεκτικά. Στο νου του γυριζαν τα λόγια του παληού του φίλου και συνάδελφου, του Ελευθερίου:
“Ειναι παραξενο και ταλαιπωρημένο παιδί, αλλά και μ΄έναν δικό του τρόπο πανέξυπνος…
Τον ξέρω από μικρό – όμως η θέση μου εδώ στην Στέγη δεν μου επιτρέπει – καταλαβαίνεις… Δεν μπορώ να κάνω και πολλά…
Χρειάζεται να βρεί κάποιον που να τον εμπιστευτεί,σιγά σιγά να γίνει λιγο πιο κοινωνικός.
Το ιστορικό της οικογένειας ειναι βαρύ, πολύ βαρύ…Αλλα το παιδί είναι σχετικά ισορροπημένο και πολύ φιλότιμο.
Εργάζεται κιόλας – εδώ και χρόνια τους συντηρεί… Μίλησε μαζί του – σε παρακαλώ…! Και βέβαια θα τα ξαναπούμε…
Αν κερδίσεις την εμπιστοσύνη του και τον βοηθήσεις…θα έχεις κερδίσει μια θέση στον παραδεισο…”

“Πρίν πόσα χρόνια είπαμε πως πέθανε ο παππούς σου…;”

“Λίγους μήνες μετά που έφυγα από την Στέγη και πήγα να μείνω στο σπίτι…Τέλειωνα το πρώτο εξαμηνο στη ζαχαροπλαστική – πάνε τώρα εφτά χρόνια…”

“Είπες πως…τον βρήκαν στα σκαλιά…;”

“Ναι…στην είσοδο της πολυκατοικίας…Είχε γλιστρήσει μάλλον – ποτέ του δεν περπατούσε και πολύ προσεκτικά… Ήταν και μεγάλος – ίσως να κόντευε τα ογδόντα – ίσως και να τα΄χε περάσει…”

“Ησουν στο σπίτι όταν έγινε αυτό…;”

“Ναι… Έβλεπα τηλεόραση με την μάνα μου όταν ήρθαν απ’ το ισόγειο και μας είπαν πως τον βρήκανε στην είσοδο – πεσμένο από τη σκάλα…Μισοκοιμόμουν κιόλας, ήμουν κουρασμένος…Ολη μέρα στη σχολή και τ’ απόγευμα δουλειές και το νοικοκυριό στο σπίτι…
Ηταν φωνακλάς ο παππούς μου – τα’θελε όλα στην εντέλεια…”

“Τι εννοείς “δουλειές στο σπίτι”…; Εσύ έκανες τις δουλειές του σπιτιού…;”

“Τις περισσότερες…Δεν θέλω να κουράζεται η μάνα μου…Μπορεί να είναι χοντρούλα αλλά είναι πολύ αδύναμη…Κι άρρωστη…
Τις πιο πολλές δουλειές τις κάνει εκείνη βέβαια – αλλά δεν τα καταφερνει, όσο μπορώ την βοηθάω… Ειδικά με τα παπούτσια δυσκολεύεται…Τόσα χρόνια παίρνει φάρμακα – δεν βλέπει και πολύ καλά πια…”

“Τι εννοείς “δυσκολεύεται με τα παπούτσια”…;”

“Με το γυάλισμα των παπουτσιών…Δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά μ’ αυτό – κι ο παππούς μου ήθελε πάντα τα παπούτσια του καλογυαλισμένα…Του άρεσε να χορεύει ξέρετε – κι ήταν πολύ καλος χορευτής… Παρασκευή και Σάββατο πήγαινε σε μια λέσχη με τους φίλους του και χορεύανε κατι περίεργους χορούς – φαξ τρότ – ή κάπως έτσι…Και τα παπούτσια του τα ήθελε καλογυαλισμένα…”

Ο Ευτύχιος Αναγνώστου ένοιωσε μια παράξενη αγωνία – και μια παράξενη βεβαιότητα ταυτόχρονα – καθώς άκουγε τον Αντρίκο να μιλά για τα “καλογυαλισμένα παπούτσια”. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε, προχώρησε κατα την κουρτίνα, την τράβηξε κι άνοιξε τη μπαλκονόπορτα για ν’ ανασάνει. Το μπαλκόνι του ηταν δροσερό, γεμάτο γλάστρες και λουλουδικά – αυτά ηταν η μεγαλη αδυναμία του.
Πήρε μια βαθιά ανασα και γύρισε στον Αντρίκο – αποφασισμένος να ολοκληρώσει αυτήν την πρώτη τους συνάντηση κάνοντας την τελευταία του ερώτηση…Μια ερώτηση που την απάντηση της δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως ήθελε να την ξέρει…

“Υποθέτω λοιπόν πως εκείνο το βράδυ που “γλίστρησε” ο παππούς σου…εσύ… είχες “γυαλίσει” τα παπούτσια του…;

“Και βέβαια…Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά – δεν μ’ άρεσε να τον ακούω να βρίζει την μάνα μου και να την λέει ανίκανη και βρωμιάρα…Ηθελε τα παπούτσια του να γυαλίζουν – ακόμα και οι σόλες…Συνέχεια μου το’λεγε καθώς τα περνούσα με το κερί και τη βούρτσα…”Κι οι σόλες θελω να γυαλίζουνε βρωμόπαιδο – καταλαβες…; ” – μου το είπε τόσες φορές…
Εγώ κύριε Αναγνώστου…έκανα μόνο ότι μου είπε…Και το έκανα όσο καλύτερα μπορούσα….”

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s