Η άλλη πλευρά της ζωής


(Από Φανή Πονηρού) :

Οι ειδικοί λένε πως όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου και μπαίνουμε στην διαδικασία του πένθους, περνάμε από κάποια στάδια. Όλοι στην αρχή, αντιμετωπίζουμε την απώλεια με άρνηση, γιατί αυτό που μας συνέβη είναι τόσο οδυνηρό που το μυαλό μας αρνείτε να το συλλάβει και να το επεξεργαστεί. Έπειτα, περνάμε στο στάδιο του θυμού γιατί ξέρουμε πως ήταν άδικο αυτό που συνέβη αλλά και γιατί αισθανόμαστε πως κάποιος άλλος αποφάσισε για μας… Και όταν κοπάσει ο θυμός, αρχίζουμε να βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας στις αποχρώσεις του γκρι, όλα μας φαίνονται μάταια, χωρίς κανένα νόημα και αρχίζουμε να φλερτάρουμε με την κατάθλιψη. Τέλος, όταν περάσουμε απ’ όλα αυτά, σειρά έχει η αποδοχή, που είναι και το τελευταίο στάδιο.
Λένε πως όλοι περνάμε απ’ αυτά τα στάδια, αν και όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο ή με αυτήν απαραίτητα την σειρά. Όμως, εγώ έχω καταλήξει στο ότι η κάθε απώλεια έχει το δικό της πορτραίτο και ότι ο καθένας αντιμετωπίζει την οδύνη του διαφορετικά και πως από την άρνηση μέχρι την αποδοχή υπάρχει μεγάλη απόσταση…
Υπάρχουν τόσοι τρόποι να αντιδράσει κανείς και τόσα συναισθήματα που μπορεί να βιώσει, συναισθήματα έντονα, συναισθήματα βίαια που κατασπαράζουν την ψυχή, συναισθήματα που κρατάνε για πολύ ή λίγο…
Εγώ δεν ξέρω ακριβώς ποιό στάδιο περνάω… το μόνο που ξέρω είναι ότι ο χρόνος πάγωσε για μένα, στις 7 Ιουλίου, περίπου στις 7 το πρωί, όταν και πληροφορήθηκα την έκρηξη χειροβομβίδας σε στρατιωτικό όχημα που μετέφερε 7 γιατρούς, ανάμεσα τους και ο καλύτερος μου φίλος, ο Αργύρης.
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή… Με λένε Σοφία και είμαι γιατρός. Πριν από ένα χρόνο περίπου, ο Αργύρης μου ανακοίνωσε ότι σκεφτόταν να παραιτηθεί από το νοσοκομείο όπου δούλευε και να μετακομίσει σε άλλη πόλη… Βιώνε έναν οδυνηρό χωρισμό και έλεγε πως είχε έντονα την ανάγκη να αλλάξει εικόνες και παραστάσεις… Έκανε τον απολογισμό του και κατέληξε στο συμπέρασμα πως ένιωθε ότι δεν συνείσφερε αρκετά στη δουλειά του και πως ήθελε να προσφέρει κάτι περισσότερο σ αυτό τον κόσμο… Παρ’ όλο που άκουγα με μεγάλη προσοχή τις σκέψεις του, πίστευα ότι όλο αυτό ήταν μια φάση που θα περνούσε σύντομα… Με τίποτα όμως δεν περίμενα να ακούσω αυτό που μου ανακοίνωσε, όταν ένα απόγευμα μου ζήτησε να συναντηθούμε γιατί είχε κάτι σημαντικό να μου πει… Το σημαντικό που έιχε να μου πει λοιπόν ήταν ότι παραιτήθηκε από το νοσοκομείο όπου δούλευε για να ενσωματωθεί στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και πως σε λιγότερο από μια βδομάδα θα έφευγε για την πρώτη του αποστολή. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω όταν μου ανακοίνωσε τον προορισμό της πρώτης του αποστολής ήταν ότι σ αυτή τη χώρα γίνεται πόλεμος. Μείναμε σιωπηλοί για λίγη ώρα. Όσο εγώ προσπαθούσα να επεξεργαστώ στο μυαλό μου αυτά που μου ανακοίνωσε ο Αργύρης, αυτός σηκώθηκε αποφασιστικά και μου είπε: “ Άκου Σοφία, αυτή η ζωή δεν έχει μόνο την χαρούμενη και θετική πλευρά της και αυτό το έχεις μάθει μέσα από την δουλειά μας. Ξέρεις πολύ καλά πως υπάρχει και η άλλη πλευρά στη ζωή η οποία έχει λιγότερο φωτεινά και έντονα χρώματα. Τι νόημα έχει λοιπόν να γνωρίζω πως σ αυτή την άλλη πλευρά υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι με έχουν πραγματικά ανάγκη, αλλά εγώ να παραμένω αδιάφορος και να δειλιάζω να τους βοηθήσω επειδή φοβάμαι να βρεθώ έστω και για λίγο σ’ αυτή την σκοτεινή πλευρά; Όταν ξέρω πως για μερικούς απ’ αυτούς υπάρχει η ελπίδα να σωθούν και να βρεθούν στην χαρούμενη πλευρά, αρκεί να κάνουμε όλοι κάτι γι’ αυτό; Έχω δει πολλούς ασυνείδητους και αδιάφορους ανθρώπους σ αυτή την δουλειά, Σοφία, και σίγουρα δεν θέλω να γίνω ένας απ’ αυτούς.” Τα είπε όλα με μια ανάσα και έκανε να φύγει. Όταν άνοιξε την πόρτα το επόμενο που τον ρώτησα είναι αν το έχει πει στους γονείς του. Η απάντηση του ήταν αποστομωτική: « Τους το ανακοίνωσα πριν από μία ώρα όμως δεν υπάρχει κάτι που μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει για να με μεταπείσει και να αλλάξω γνώμη.»
Μάταια, τις επόμενες μέρες προσπαθούσα να του φέρω ένα σωρό επειχειρήματα που θα τον έκαναν να ανακαλέσει την απόφασή του. Άδικα, του έλεγα πως και εδώ μπορεί να σώζει ζωές, πως και εδώ υπάρχουν άνθρωποι που τον έχουν ανάγκη. Το μόνο που εισέπραττα ήταν η σιωπή του και ένα βλέμμα απαξίωσης, σαν να μου τόνιζε την δειλία μου και την αναποφασιστικότητα μου να βοηθήσω και εγώ ανθρώπους που το έχουν πραγματικά ανάγκη.
Ο Αργύρης έφυγε την ημερομηνία που είχε προγραμματίσει για την πρώτη του αποστολή. Τις μέρες που πέρασαν, μετά την αναχώρηση του, θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως τα λόγια του και οι πράξεις του δεν με είχαν επηρεάσει. Η επικοινωνία μας, γινόταν όλο και πιο σπάνια, όμως δεν τον είχα ακούσει ποτέ να παραπονιέται ή να λέει ότι θα γυρίσει πίσω. Μέχρι που ένα βράδυ πήρα την απόφαση να ακολουθήσω το παράδειγμά του. Ενσωματώθηκα και εγώ στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και ανακοίνωσα τα νέα στους γονείς μου, οι οποίοι έκλαψαν, φώναξαν, απείλησαν, προσπάθησαν με κάθε δυνατό τρόπο να με μεταπείσουν. Μόνο η αγαπημένη μου γιαγιά φάνηκε πιο ψύχραιμη και μαζί με την ευχή της μου έδωσε και ένα φυλακτό από τον παππού μου, ο οποίος έπεσε ηρωικά πολεμώντας για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Έτσι κι εγώ πολύ σύντομα βρέθηκα στην καρδιά του πολέμου, να προσπαθώ μαζί με τον Αργύρη και την υπόλοιπη αποστολή να σώσουμε όσες περισσότερες ζωές μπορούσαμε από την μανία του πολέμου. Την αποστολή μας έκαναν πιο δύσκολη τα λίγα μέσα τα οποία διαθέταμε, όμως καθημερινά όλοι δίναμε την δική μας μάχη. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να το καταλάβουμε, και τα περισσότερα βράδια μέναμε ξύπνιοι ως αργά, συζητώντας για τη ζωή μας, τα όνειρά μας, και την απόφαση μας να δίνουμε καθημερινά τον καλύτερο μας εαυτό σ αυτή την τόσο δύσκολη μάχη. Καμιά φορά η κουβέντα ξεγλιστρούσε σε λιγότερο επώδυνα μονοπάτια, συζητούσαμε για διακοπές και ταινίες, για να αποφορτιστούμε από το βάρος της μέρας και να πάρουμε κουράγιο για την δύσκολη συνέχεια που μας περίμενε. Είχα πλεόν συνηθίσει να ακούω κάθε τόσο πυροβολισμούς και εκρήξεις, όμως δεν με τρόμαζαν πια, άλλωστε είχα τον Αργύρη δίπλα μου και δεν φοβόμουν τίποτα. Και αν καμιά φορά τα βράδια, ένιωθα ότι όλα όσα αντίκρυζα καθημερινά ήταν πολλά και δεν μπορούσα να τα αντέξω, έκλεινα τα μάτια και νοερά μεταφερόμουν άλλωτε στις παραλίες του αγαπημένου μου νησιού και άλλωτε στην κουζίνα της μαμάς μου να απολαμβάνω ένα από τα νόστιμα κέικ της.
Εκείνη την μέρα, στις 7/7 δεν ακολούθησα την υπόλοιπη αποστολή, καθώς ήταν η σειρά μου να μείνω στο νοσοκομείο και να περιποιούμαι τους τραυματίες και τους ασθενείς. Η αποστολή, ξεκίνησε λίγο πριν από τις 7 το πρωί, για το πεδίο της μάχης. Λίγα λεπτά αφ’ ότου ξεκίνησε το στρατιωτικό όχημα, ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη. «Ο Αργύρης», σκέφτηκα. Αμέσως βγήκα από το νοσοκομείο, και άρχισα να τρέχω με όλη μου την δύναμη. Λίγα λεπτά μετά βρέθηκα στο σημείο στο οποίο έγινε η έκρηξη. Το όχημα έιχε τυλιχθεί στις φλόγες, ενώ γύρω μου υπήρχαν διαμελισμένοι ανθρώποι παντού. Για κάποιο περίεργο λόγο, το μυαλό μου είχε καρφωθεί στον Αργύρη. Πριν όμως προλάβω να σκεφτώ ή να κάνω οτιδήποτε άκουσα μια ξεψυχισμένη φωνή να ζητάει βοήθεια. Γύρισα να δω ποιός καλούσε σε βοήθεια και αυτός που αντίκρυσα ήταν ο Αργύρης, ευτυχώς όχι πολύ παραμορφωμένος, αλλά να αιμορραγεί ακατάπαυστα. Για λίγα δευτερόλεπτα, το μυαλό μου πάγωσε, όμως γρήγορα ενεργοποιήθηκα και έτρεξα πίσω στο νοσοκομείο για να καλέσω βοήθεια. Μεταφέραμε τον Αργύρη στο στρατιωτικό νοσοκομείο, και προσπαθήσαμε να σταματήσουμε την αιμορραγία. Τα νέα της έκρηξης, έκαναν γρήγορα τον γύρο του κόσμου και οι δικοί μας προσπαθούσαν απεγνωσμένα να μας εντοπίσουν. Επικοινώνησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα με τους γονείς μου για να τους διαβεβαιώσω ότι είμαι καλά, αλλά στους γονείς του Αργύρη δεν είπα όλη την αλήθεια. Αρκέστηκα μόνο να πω πως ο Αργύρης τραυματίστηκε ελαφριά, ενώ στην πραγματικότητα είχε χάσει πάρα πολύ αίμα και δεν μπορούσα να πω με σιγουριά ότι θα τα καταφέρει. Όυτε μπορούσαμε να τον μεταφέρουμε στο νοσοκομείο της πρωτεύουσας, όπου οι συνθήκες ήταν σαφώς καλύτερες. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε. Ο Αργύρης μετά την έκρηξη έζησε 7 μέρες. 7 μέρες και νύχτες αγωνίας έμεινα κοντά του σ’ ένα δωμάτιο στρατιωτικού νοσοκομείου, στην καρδιά του πολέμου. Δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, κοιμόταν πάρα πολύ εξαιτίας των οποιούχων παυσίπονων που του χορηγούσαμε και πονούσε… πονούσε πολύ… Του μιλούσα… του έλεγα πως είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρει γιατί είναι δυνατός… γιατί εκεί έξω υπάρχει κόσμος που τον χρειάζεται… Όταν κοιμόταν και δεν υπήρχε κάποιος άρρωστος ή τραυματίας να περιποιηθώ, κλειδωνόμουν στο μπάνιο και έκλαιγα… η καρδιά μου πονούσε πολύ… και το μόνο που έβρισκα να ψιθυρίσω ανάμεσα στα αναφιλητά μου ήταν ένα γιατί… Ήξερα ότι τον έχανα..Ότι η ελπίδα να σωθεί έσβηνε μέρα με τη μέρα… Κουλουριασμένη στο πάτωμα, να κλαίω και να προσεύχομαι, με βρήκε αργά το απόγευμα εκείνης της μέρας μια νοσοκόμα. Μου είπε ότι με ζητούσε ο Αργύρης. Ασυναίσθητα κοίταξα το ρολόι μου… Κόντευε 7… Μια υποψία χαμόγελου σχηματίστηκε στο πρόσωπου του μόλις μπήκα στο δωμάτιο… “Ξέρεις”, άρχισε να μου λέει, “δεν πονάω πια… και αυτό δεν είναι καλό σημάδι, έτσι δεν είναι;”
“Ναι”, ψέλλισα κλαίγοντας, “δεν είναι…”
“Σσσς, μην κλαίς, δεν θέλω να κλαίς” , μου είπε με κόπο και συνέχισε:
“Ξέρω ότι θα φύγω… και θα θέλα να μου κρατάς το χέρι. Θέλω ακόμα να πεις στους γονείς μου να μην κλάψουν… γιατί φεύγω για ένα καλύτερο κόσμο όπου δεν υπάρχουν αδικίες… Και πως είσαι μια σπουδαία γιατρός και η καλύτερη φίλη που θα μπορούσε κανείς να έχει…” είπε και έκλεισε τα μάτια για να φύγει ήσυχος και περήφανος που επέλεξε να ακολουθήσει τον δρόμο της καρδιάς του.
Την αμέσως επόμενη στιγμή θυμάμαι το πρόσωπο του να γαληνεύει αφού δεν πονούσε πια… Κράτησα αυτή την στιγμή στην καρδιά μου, σαν πολύτιμο φυλακτό, για να παίρνω δύναμη και κουράγιο τις οδυνηρές μέρες και νύχτες που ήξερα ότι θα ακολουθήσουν. Έπειτα, δεν θυμάμαι τίποτα… έχω σβήσει τις εικόνες από τις 7 μέρες που έζησε στο νοσοκομείο… έχω σβήσει όλες τις εικόνες απ’ όσα έζησα μαζί με τους υπόλοιπους γιατρούς της αποστολής όλο αυτό τον καιρό που ήμασταν μαζί στην καρδιά του πολέμου… Τίποτα δεν θυμάμαι… Η μνήμη μου σταμάτησε στη μέρα πριν καταταγώ στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Έπειτα, θυμάμαι αμυδρά την άφιξη μου στην Ελλάδα, και τους γονείς του Αργύρη να με κοιτάνε με άδειο βλέμμα… τίποτα άλλο δεν θυμάμαι…
Απο την μέρα που γύρισα, κάθομαι στο κρεβάτι μου, στο παιδικό μου δωμάτιο και κοιτάω το ταβάνι… Κλείνω τα μάτια και περιμένω να έρθει κάποιος να μου πει πως όλα αυτά έιναι ένα κακό όνειρο… πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη στην πραγματικότητα… πως ο Αργύρης πήγε ταξίδι αλλά θα γυρίσει σύντομα… Όμως κανείς δεν έρχεται να μου πει τίποτα. Μόνο η μαμά μου μπαίνει πότε πότε στο δωμάτιο μου να δει τι κάνω. Άλλωτε με κοιτάει με βλέμμα απόγνωσης και άλλωτε με βλέμμα συμπόνοιας. Δεν μιλάω σε κανέναν. Δεν τρώω. Δεν βγαίνω από το σπίτι. Ξαπλώνω να κοιμηθώ και όταν με πάρει ο ύπνος, ξυπνάω μετά από λίγο καταιδρωμένη. Είμαι σίγουρη ότι έβλεπα εφιάλτη αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς. Αυτή είναι η δική μου αντίδραση στο πένθος. Έπειτα νιώθω τύψεις και ενοχές… αναρωτιέμαι αν πράγματι έκανα ότι μπορούσα για να τον σώσω… ενοχές αν υπήρχε κάτι παραπάνω να κάνω για να τον αποτρέψω από την απόφαση του να πάει στον πόλεμο… τύψεις… γιατί δεν του είπα περισσότερες φορές ότι τον αγαπάω όσο ήταν ακόμα στη ζωή.
Η μαμά μου δεν μπορεί να με βλέπει άλλο έτσι. Προφασίζεται διάφορες δικαιολογίες για να με κάνει να βγω από το σπίτι όμως πέφτει πάντα πάνω σε τοίχο. Εκείνο το πρωί όμως, υπήρχε πράγματι ανάγκη να πάω εγώ να κάνω κάποια ψώνια για το σπίτι. Φόρεσα το αγαπημένο μου jean και ένα παλιό t-shirt και ξεκίνησα για το supermarket της γειτονιάς μου. Στο δρόμο καθώς περπατούσα, δεν σκεφτόμουν τίποτα. Έβλεπα γνώριμα πρόσωπα, να με πλησιάζουν και να με χαιρετούν, χωρίς όμως να παίρνουν απάντηση. Άκουγα φωνές, κορναρίσματα, γέλια, αλλά ήταν όλα σαν να έρχονταν από έναν άλλο κόσμο. Μπήκα στο supermarket και άρχισα να βάζω στο καλάθι αυτά που έγραφε η λίστα. Πάλι γνώριμα πρόσωπα με πλησίαζαν και με χαιρετούσαν, πάλι όμως δεν έπαιρναν κάποια απάντηση. Λίγο πριν τελειώσω τα ψώνια, άρχισα να νιώθω δυσφορία. Άρχισα να ζαλίζομαι και να νιώθω ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω, να νιώθω ότι πνίγομαι και πως αν δεν κρατιόμουν από κάπου θα σωριαζόμουν στο πάτωμα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελλή, ενώ ένα βάρος μου πλάκωνε το στήθος. Λίγο πριν κρατηθώ από ένα ράφι για να μην πέσω, είδα μια θολή φιγούρα να με πλησιάζει και να με ρωτάει αν είμαι καλά. Όταν δεν πήρε καμία απάντηση, έβγαλε το κινητό της και κάλεσε ασθενοφόρο.
Λίγη ώρα μετά βρέθηκα στα επείγοντα του νοσοκομείου. Οι γονείς μου έτρεξαν αμέσως πανικόβλητοι και με ρωτούσαν αν ήμουν καλά και τι ακριβώς είχε γίνει. Οι γιατροί εν τω μεταξύ με είχαν υποβάλει σε ένα σωρό εξετάσεις και τώρα περιμέναμε να βγουν τα αποτελέσματα. Μετά από λίγη ώρα αναμονής, μπήκε στο δωμάτιο ο γιατρός. “Σοφία, βγήκαν τα αποτελέσματα από τις εξετάσεις. Δεν φαίνεται όμως να έχεις κάτι παθολογικό. Από τα συμπτώματα που μου έχεις περιγράψει, είναι φανερό ότι έπαθες κρίση πανικού. Είσαι αγχωμένη αυτό τον καιρό για κάτι;”
“Ξέρετε”, επενέβη η μητέρα μου, “η κόρη μου, η οποία είναι και αυτή γιατρός, ήταν για αρκετό καιρό σε αποστολή με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Ήταν στον πόλεμο. Και πρόσφατα έχασε ένα φίλο της, με τον οποίο ήταν μαζί στην αποστολή. Από τότε που γύρισε, φαίνεται ότι είναι πολύ άσχημα ψυχολογικά. Δεν μας μιλάει, δεν τρώει, τα βράδια την ακούω να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε πια”, η μητέρα μου με κόπο συγκρατούσε πια τα δάκρυα της.
Ο γιατρός, που όλη αυτή την ώρα άκουγε την μητέρα μου προσεκτικά, στράφηκε προς το μέρος μου με ένα καθησυχαστικό βλέμμα: “Σοφία, το πιο πιθανόν είναι να υποφέρεις από μετατραυματικό στρες. Είναι πολύ συνηθισμένο μετά από τραυματικές εμπειρίες οι άνθρωποι να έχουν τα συμπτώματα που μου περιέγραψε η μητέρα σου. Εγώ θα σου γράψω κάποια ήπια ηρεμιστικά για να μπορείς τουλάχιστον να κοιμάσαι τα βράδια, αλλά αυτά από μόνα τους δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Πρέπει να μιλήσεις σε κάποιον ειδικό, μόνο αυτός ξέρει πως να σε βοηθήσει. Χρειάζεσαι βοήθεια, Σοφία, υπάρχουν και άλλα άτομα σαν και εσένα που μετά από μια τραυματική εμπειρία, επισκέπτηκαν κάποιον ειδικό και τους βοήθησε να αντεπεξέλθουν. Μάλιστα, έχω υπ’ όψιν μου ένα κέντρο Συμβουλευτικής που έχει ομάδες υποστήριξης για άτομα που υποφέρουν από μετατραυματικό στρες. Μισό λεπτό να σου φέρω μια κάρτα με τα στοιχεία τους”.
Μέχρι να γυρίσει ο γιατρός, η μητέρα μου με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα πάω το συντομότερο δυνατόν. Το ίδιο απόγευμα, τηλεφώνησα στο κέντρο Συμβουλευτικής και η ευγενική γραμματέας με ενημέρωσε πως την άλλη μέρα στις 7 θα έκανα την πρώτη μου ατομική συνεδρία με την κλινική ψυχολόγο, ενώ αμέσως μετά θα λάμβανα μέρος στην ομάδα υποστήριξης για άτομα που υποφέρουν απο μετατραυματικό στρες. Λίγο πριν κλείσει, η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, συμπλήρωσε ότι στην ομάδα θα ήμασταν συνολικά 7 άτομα.
Την επόμενη μέρα, μισή ώρα πριν από την πρώτη μου συνεδρία, το ταξί που είχα καλέσει για να με πάει στον προορισμό μου, κόρναρε έξω από το σπίτι μου. Στην διαδρομή, στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα αγαπημένο μου τραγούδι. “I would love to change the world but I don’t know what to do”, έλεγαν οι στίχοι. Ο Αργύρης ήξερε, σκέφτηκα, και για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει.
“Δεσπονοίς, φτάσαμε”, με ενημερώνει ο ταξιτζής.
“Τι σας οφείλω;” ρωτάω
“7 ευρώ”, μου απαντάει
Πλήρωσα και κατέβηκα από το ταξί. Λίγο πριν περάσω την είσοδο του κτιρίου, ένας πυροβολισμός, έσκισε στα δύο την γαλήνη της ήσυχης συνοικίας που μόλις είχα φτάσει…

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

2 Responses to Η άλλη πλευρά της ζωής

  1. Σάντυ Φιλιάγκου says:

    Eίναι πολύ ωραίο!μπράβο!

  2. Stitch says:

    ωραία ιστορία, απλά έχω παρατηρήσει όλοι γράφουν πως όλα τα γεγονότα συνέβησαν στις 7 μετά απο 7 σκαλιά 7 σφαίρες 7 μέρες 7 νύκτες κτλ κτλ. Καλό θα ήταν οι αναφορές στον αριθμό να ήταν λίγο πιο “έξυπνες”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s