7 Κλειδιά. Το 1ο κλειδί part2


(Από Spark) :

THE CROW. Έτσι κυκλοφορούσες. Με ένα στρόγγυλο λευκό Ο όταν ήσουν καλά και μαύρα τα υπόλοιπα γράμματα. Εκτός από τις μέρες που ήσουν στεναχωρημένος, Τότε το άσπρο χάνονταν και έμενε μόνο μια ματωμένη κατακόκκινη καρδιά μέσα στο μαύρο να κραυγάζει στη σιωπή της.
-Τι κάνεις;
-Κρύβομαι από τους ανθρώπους, που δεν τους καταλαβαίνω. Χάνομαι από εκείνους που δεν με καταλαβαίνουν. Μέχρι τη στιγμή εκείνη που θα πάρω τα ζωάκια μου και θα φύγω μακριά. Να μην με βρίσκει κανείς. Εγώ και εκείνα. Και πού ξέρεις; Ίσως κάποιο βράδυ να γίνω και εγώ ένα από αυτά. Και να περάσω δίπλα σου όταν πια θα με έχεις ξεχάσει και θα είσαι σε άλλη αγκαλιά. Να σε κοιτάξω και να χαθώ ξανά. Μόνο το ουρλιαχτό του λύκου θα ακούσεις. Αουουου…..

Σ’ άρεσε να σωπαίνεις σε μια άκρη. Να παρακολουθείς. Να τους αφήνεις να σε ψάχνουν μα να μη σ’ αγγίζουν. Ντυμένος στα μαύρα. Πάντα… Έμαθες να τα φοράς από άποψη. Από άποψη έμαθα να σε γδύνω. Και τα πήρα μαζί μου φεύγοντας. Όχι το μαύρο για σένα. Συστηνόσουν σαν κοράκι. Μα δεν ήσουν…

-Τι κάνεις;
-Φτιάχνω ιστορίες.
Πώς φτιάχνεις ιστορίες αλήθεια; Μου φώναζες πως χρησιμοποιώ τους ανθρώπους για μια ιστορία ακόμα. Παίζω μαζί τους σαν να ‘ναι μαριονέτες και όταν χορτάσω ή αρχίσω να βαριέμαι, την γράφω στο χαρτί για να τρέξω κάπου να την δείξω. Για ένα χειροκρότημα ακόμα κάτω από τα φώτα πριν πέσει και ο τελευταίος εφιάλτης για ύπνο. Η μικρή σου ανόητη. Τώρα που το σκέφτομαι δεν κατάλαβα ποτέ τι φοβόσουν περισσότερο. Εκείνους που έγραφαν μαζί μου ιστορίες τις νύχτες… ή μήπως μια μέρα γινόσουν και εσύ ακόμα μία;
Το ξέρεις καλά… πως δεν μπορώ να αντισταθώ. Όπως το ξέρω και εγώ ότι με παρακολουθείς, με ψάχνεις ακόμα πίσω από μία οθόνη τις νύχτες. Και αν τυχόν σε πιάσει κανείς να διαβάζεις τα κείμενά μου, θα πεις πως δεν γνωριζόμαστε, πως τυχαία έπεσες σ’ αυτό, πως δεν είναι τίποτα σημαντικό… Σύμφωνοι; Σςςςςς
Και αν η ιστορία της θυμίσει κάτι, παρ’ την αγκαλιά και μίλησέ της για εκείνον το πρίγκιπα της Γένοβας, που έφυγε πολλά χρόνια πριν δίχως να γυρίσει ποτέ πίσω. Οι δικοί του μόνοι έστησαν ένα άγαλμα στο λιμάνι να αγναντεύει τη θάλασσα. Φευγάτος ο προπάππους σαν και εσένα μικρέ μου… ακόμα και στη θύμησή του.
Μίλησέ της για τις Καρμελίτισες μοναχές που επισκεπτόσουν τις Κυριακές που ήσουν παιδί μα δεν τις έβλεπες ποτέ παρά μόνο τα χέρια τους που έβγαζαν καθώς τους έδινες το φαγητό που είχες πάει. Όταν αρχίσει να βαριέται, μάθε της για τον Φραγκίσκο της Ασίζης που έζησε στην ερημιά με τα ζώα του μέχρι που τον ακολούθησε η Κλάρα. Τις νύχτες που συναντιόντουσαν και έπαιρναν φωτιά τα κεραμίδια. Γνώρισε της τους φραγκισκανούς μοναχούς και εκείνον τον καρδινάλιο που χρόνια τώρα περιμένει να σε πάρει μαζί του. Να σε κάνει μοναχό και να ταξιδέψετε όπου επιθυμείς…. Αφρική, Ευρώπη…. Παντού. Με έναν μόνο όρο. Να τ΄ αφήσεις όλα πίσω. Ακόμα και εσένα.
Ο δικός σου Θεός. Ο δικός μου Θεός. Τους χωρίσαμε. Τους βάλαμε απέναντι και σταθήκαμε πλάι τους να αναμετρηθούμε. Θεοί και δαίμονες. Εγώ και εσύ. Φως και σκοτάδι. 2 μοναξιές που συναντήθηκαν κάποια στιγμή και χώρισαν πριν σκοτώσει η μία την άλλη.
Δική μου είναι η ιστορία. Άφησέ με λοιπόν να την πω όπως την θέλω εγώ.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός μέχρι το απόγευμα που εκεί που μιλούσαμε, χάθηκες ξαφνικά. Περίμενα. Έπαιρνα τηλέφωνα ξανά και ξανά. Δεν το σήκωνε κανείς. Σιωπή. Κρεμάστηκα πάνω από ένα ακουστικό μέχρι τη στιγμή που μου είπαν ότι έγινε σεισμός. Πάγωσα. Πήρα τους δρόμους. Γυρίζοντας στο σπίτι ξαφνικά σαν να πάγωσε ο χρόνος. Σκοτείνιασαν όλα και σε ένοιωσα πλάι μου, σκοτεινό, αγριεμένο, μόνο. Ερημιά και μια φωνή μέσα μου. «Και από την κόλαση θα έρχομαι για σένα» και μετά όλα άρχισαν να φωτίζουν ξανά. Έμεινα στην θέση μου για ώρα. Κάτι είχε συμβεί. Ήμουν σίγουρη πια. Και εσύ πουθενά..
Ώρες μετά με πήραν τηλέφωνο για να μου πουν ότι ήσουν στο νοσοκομείο. Πάνω στον πανικό μετά το σεισμό πέρασες μέσα από μια τζαμαρία χωρίς να την δεις. Την Άρτα και τα Γιάννενα κεντήσαν επάνω σου. Όταν τελειώσανε υπέγραψες και έφυγες με τους γυψονάρθηκες και τους επιδέσμους. Με πήρες τηλέφωνο να σε παρηγορήσω, να νοιώσεις μια αγκαλιά έστω και από μακριά. Εγώ σου όρμησα και αρχίσαμε να τσακωνόμαστε εκτός ελέγχου. Φώναζα που με άφησες να ανησυχώ τόσες ώρες, που ενώ το είχες το κινητό δεν μου μίλησες λεπτό αλλά έβαλες άλλον αφού τελείωσαν όλα. Φώναζα, φώναζα… δεν φώναζα σε εσένα, σε εμένα φώναζα, που άλλαζα μέρα με την μέρα. Το ένοιωθα μα δεν μπορούσα να το ελέγξω. Και είναι τρομαχτικό… ειδικά όταν όλη σου η ζωή βασίζεται πάνω στον έλεγχο.

– Είσαι σίγουρη;
– Ναι.
– Δεν υπάρχει επιστροφή αν αλλάξεις γνώμη.

Μα εγώ δεν σε ρώτησα ποτέ. Μ’ έμαθες να φοράω μαύρα, να τρέχω με την
μηχανή, να περνάω ξυστά από νταλίκες. Με έλεγες lady blue και χαζεύα τα δελφίνια ξαπλωμένη στο πλοίο ανοιχτά της Σαντορίνης. Χαμογέλαγες και έλεγα πως μπορώ να κάνω τα πάντα, αρκεί να είμαστε μαζί. Γελούσαμε όσο χρόνο είχαμε ακόμα και σ’ έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Μέχρι το σκοτάδι να έρθει ξανά. Οι εφιάλτες, το αλκοόλ, εκείνοι που είχαν προσπαθήσει να σε σκοτώσουν, μαχαίρια, ναρκωτικά, σπασμένα περιπολικά.
Φωνές που άλλαζαν πρόσωπα τις νύχτες… Η μικρή σου αδελφή κλειδωμένη στο μπάνιο καθώς της φώναζαν απειλώντας να σπάσουν την πόρτα να βγει να την βαφτίσει ο ιερέας της αίρεσης. Οι κόντρες με τις μηχανές που περνούσατε επίτηδες γκαζωτοί στις διασταυρώσεις χωρίς να κόβετε ταχύτητα και εκείνοι που δεν πρόλαβαν να διασχίσουν την διασταύρωση. Ο κολλητός που τον βρήκες κόκαλο από τα ναρκωτικά πριν κλειστείς στη γκαρσονιέρα σε έναν ωκεανό από άδεια μπουκάλια ουίσκι, που δεν πέταγες ποτέ.
Και εγώ μέσα στη νύχτα να τρέχω με το αυτοκίνητο σε ένα δρόμο που γλιστρούσε. Και εσύ ξωπίσω μου μες στην βροχή με ένα καλύτερο αμάξι να προσπαθείς να με κλείσεις, να σταματήσω να μην σκοτωθώ. Σε ένα άνοιγμα με πέρασες, με στρίμωξες και με πέταξες έξω απ’ το δρόμο. Μα δεν φρενάρουν στο χαλίκι… Όχι με σαραβαλάκι. Όταν σταμάτησα την τρελή πορεία μου, έμεινα εκεί, μπροστά στο τιμόνι, παγωμένη. Ήρθες και άνοιξες την πόρτα να δεις αν είμαι καλά. Σχεδόν με τράβηξες για να με βγάλεις έξω. Το βλέμμα σου στο σκοτάδι. Το ένοιωσα πριν σωριαστώ λιπόθυμη στο δρόμο.
Φωνές. Ούτε θυμάμαι τι φώναζες. Μόνο την βροχή μέσα στη νύχτα στο πρόσωπό μου. Προσπαθούσες να με σηκώσεις. Με σήκωσες και σωριάστηκα πάλι. Η βροχή δυνάμωνε. Είχες τρομάξει. Τα 2 αυτοκίνητα σταματημένα με φώτα ανοιχτά, τα κλειδιά στις μηχανές και στο απέναντι ένα ακόμα αυτοκίνητο σταματημένο να μας παρακολουθεί. Με σήκωσες ξανά και με έβαλες βιαστικά στο αυτοκίνητο.
– Μπορείς να οδηγήσεις;
– Μπορώ, είπα ψέματα.

Χωρίσαμε σε αντίθετες κατευθύνσεις και ζωές. Προσωρινά τουλάχιστον. Δεν χωρούσε στην δική μου. Δεν ταίριαζα στην δική του. Επέστρεφα σπίτι, παρά τη βροχή, μέσα στην νύχτα. Ούτε και εγώ ξέρω πως έφτασα. Είχαμε χάσει τον έλεγχο και θα χάναμε και άλλα κάτι τέτοιες νύχτες….
Κομμάτια της ψυχής μας που θυσιάσαμε για να ρουφήξουμε εκείνη τη στιγμή, που προσπερνάς γελώντας τον θάνατο. Μια στιγμή τόσο μικρή, που την πληρώσαμε ακριβά, γιατί όταν την γευτείς γυρίζεις πίσω ζητώντας και άλλο… και άλλο…. Και δίνεις ό,τι έχεις και δεν έχεις, το ίδιο σου το τομάρι για να προλάβεις να ζήσεις κάτι ακόμα, μια «σύμπτωση», ακόμα μια στιγμή για σένα…. Το θυμάσαι το τομάρι μου; Ακόμα έχω τα σημάδια σου κάτω από τα μαύρα.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

One Response to 7 Κλειδιά. Το 1ο κλειδί part2

  1. spark says:

    Το 1ο κλειδί
    1o μέρος
    https://eptakleidia.wordpress.com/2010/07/29/7kleidia-to1/

    και για όσους αντέχουν και άλλο

    Η κλειδαριά
    https://eptakleidia.wordpress.com/2010/08/08/ikleidaria/

    6o Κλειδί
    https://eptakleidia.wordpress.com/2010/08/10/6okleidi/

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s