Η Σαββατογεννημένη part2


(Από Μαίρη Κάντα) :

To όνειρο ή η Σαββατογεννημένη
Mέρος Β

Οκτώβριος 1992 (34 ετών 3+4=7)

Πέρασαν τα χρόνια… Μεγάλωσα. Βρίσκομαι πια στη τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Δεν έχω αλλάξει και πολύ. Στη εμφάνιση τουλάχιστον. Είμαι από τις τυχερές. Τα χρόνια μου δεν φαίνονται ακόμα. Μόνο αυτή η τόσο δα μικρή ρυτίδα κάτω από το δεξί μάτι με βασανίζει τα βράδια που δεν μπορώ να κοιμηθώ… Άρχισα να βάζω αντιρυτιδική κρέμα, εύχομαι να εξαφανιστεί.

Ο πατέρας μεγάλωσε και αυτός. Γέρασε. Δεν μπορεί πια να ασκήσει το επάγγελμα που τόσο λάτρευε. Δεν τον βοηθά και η όραση του. Δεν το “βάζει κάτω”. Παρά την ηλικία του κάθε Κυριακή στη εκκλησία βρίσκεται. Εγώ έπαψα πια να πηγαίνω εκκλησία. Όχι, ότι δεν θέλω, αλλά δεν έχω χρόνο.

Πώς είναι σήμερα η ζωή μου; Τέλεια!!!! Υπέροχη, ονειρική!!! Έφυγα από το χωριό. Δεν με χωρούσε πια. Άφησα τον μπαμπά μου και έφυγα. Δεν ήθελα να τον αφήσω μόνο του, αλλά αυτός επέμενε. Τώρα μένω σ΄ένα όμορφο σπίτι στη πόλη. Την πρώτη φορά που πήγα να δω το σπίτι, τα έχασα. Αποφάσισα να μείνω σ΄αυτό, εξαιτίας του παραθύρου του. Έχει ένα τεράστιο παράθυρο με θέα τη θάλασσα.Σ αυτό το παράθυρο θα χαλάρωνα στον ελεύθερο μου χρόνο.

Όμως ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει.Οι μέρες μου είναι πάντα τόσο γεμάτες. Τις πιο πολλές ώρες δουλεύω στο σπίτι. Είμαι πασίγνωστη συγγραφέας βιβλίων μεταφυσικής. Το πρώτο μου βιβλίο το έγραψα λίγα χρόνια πριν, όταν ήμουν 25 ετών (* 25, 2+5=7). Ο τίτλος του βιβλίου είναι “Επτά Κλειδιά”.

Η χαρά μου όταν πήρα το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου ήταν τεράστια. Όλα είχαν γίνει έτσι όπως τα ήθελα. Τα είχα κανονίσει με τον εκδότη μου. Μαύρο εξώφυλλο και με χρυσά γράμματα το όνομα μου και ο τίτλος του βιβλίου. Ο κόσμος έδειξε τρομερό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο βιβλίο και μέσα στη πρώτη εβδομάδα ήρθε πρώτο στις πωλήσεις.

Ο εκδότης μου δεν πίστευε στα μάτια του. Ούτε κι εγώ. Πρώτη φορά έβλεπε ένα βιβλίο μεταφυσικής ιστορίας να γίνεται ανάρπαστο από την πρώτη εβδομάδα. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με την συνεργασία μας. Κάθε φορά το τόνιζε συνεχώς στους διαλόγους μας. Και είχε και αυτή την λίγο περίεργη και αστεία άρθρωση που κάθε φορά προσπαθούσα να συγκρατήσω τα γέλια που άτακτα ξέφευγαν από το στόμα μου.

•Λοιπόν κ. Αντωνίου, δεν θα το πιστέψετε. Μα το βιβλίο σας έγινε ανά-λ-παστο από την π-λ-ώτη εβδομάδα. Συγχα-λ-ητή-λ-ια ! (συγχαρητήρια)

•Σας ευχαριστώ πολύ. Πάρα πολύ!!

Μετά το βιβλίο αυτό έγραψα και άλλα βιβλία που είχαν την ίδια ή περισσότερη επιτυχία. Έγραψα ένα βιβλίο για τους σαββατογεννημένους, υπό το τίτλο “Οι Σαββατογεννημένοι”, κάποιο για την μετενσάρκωση, άλλο για την διαίσθηση. Οι δημοσιογράφοι βλέποντας την τεράστια επιτυχία που έχουν τα βιβλία με κυνηγούν συνεχώς. Δεν έχω πρόβλημα. Μου αρέσει πολύ αυτό. Χάρη σ αυτούς τα βιβλία μου πουλιούνται, έτσι ποτέ δεν παραλείπω να απαντάω στις ερωτήσεις τους μ΄ένα τεράστιο χαμόγελο. Μερικές φορές όταν έρχονται στο σπίτι, φροντίζω να τους κερνάω γλυκά, ροφήματα, οτιδήποτε.

Μία φορά μάλιστα, δεν δίστασα να τηλεφωνήσω στη εφημερίδα όπου είχε δημοσιευτει ένα όμορφο άρθρο για κάποιο από τα βιβλία μου. Ένα άρθρο που με συγκίνησε ομολογώ πάρα πολύ. Όταν τηλεφώνησα στη εφημερίδα για να μάθω περισσότερα, έμαθα πως αυτός που έγραψε αυτό το άρθρο δεν ήταν δημοσιογράφος, ούτε δούλευε στη εφημερίδα. Ήταν κάποιος νεαρός αναγνώστης που λάτρευε τα βιβλία μου. Τότε συγκινήθηκα περισσότερο. Αφού πήρα την διεύθυνση που είχε αφήσει στη εφημερίδα, του έστειλα ένα δώρο.

Αυτή την περίοδο γράφω πάλι ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο για τα όνειρα. Κάθε φορά που αποφασίζω να γράψω ένα βιβλίο, αλλάζω τα πάντα μέσα στο σπίτι. Αλλάζω την διάκοσμηση, αλλάζω την θέση των επίπλων ή αγοράζω καινούρια.Κλείνω κάθε θόρυβο έξω από το σπίτι, κλείνω κινητά, τηλέφωνα, απαγορεύω την είσοδο σε κάθε επισκέπτη, ψωνίζω τρόφιμα τουλάχιστον για δύο μήνες (δεν σκοπεύω να βγω από το σπίτι αυτούς τους δύο μήνες) τοποθετώ το γραφείο μπροστά από το παράθυρο και ξεκινώ το γράψιμο.

Το γράψιμο είναι ένα ταξίδι. Ταξιδεύεις σε μέρη που δεν έχεις δει, περπατάς στα σοκάκια σαν τουρίστας, γνωρίζεις τον πολιτισμό, μιλάς με τους ανθρώπους… Το γράψιμο είναι ο εσωτερικός σου καθρέφτης. Με τις λέξεις, ρωτάς τον εαυτό σου και περιμένεις να σου απαντήσει. Γράφω ώρες, μέρες, εβδομάδες….. Χάνομαι στον χρόνο…Δεν υπάρχει πια χρόνος. Ξεχνάω να φάω, να πιω νερό, να κάνω ένα διάλλειμμα, να ξεκουράσω τα μάτια μου…. Όταν γράφω, παίρνουν “φωτιά τα χαρτιά”….!!! Αγαπημένη φράση του πατέρα μου…

Για να μη ξεχνάω τις βασικές ανάγκες της μέρας με το γράψιμο, συνηθίζω να βάζω ένα ξυπνητήρι πάνω στο γραφείο, όπου χτυπάει κάθε 3 ώρες. Έχω αγοράσει πολλά ξυπνητήρια γι΄αυτό το σκοπό. Πολλές φορές βρίσκονται σπασμένα κάτω από το γραφείο, θύματα του θυμού μου όταν χτυπούν σ΄ “ακατάλληλες ώρες”….

Έτσι κυλούν οι μέρες όταν εργάζομαι…Προσωπική ζωή; Δεν έχω… Δεν έχω χρόνο…!! Η σχέση χρειάζεται χρόνο, φροντίδα, προσοχή.Το ίδιο και οι άντρες. Εγώ όμως αυτή την περίοδο δεν έχω..Δεν πειράζει, σκέφτομαι..Δεν μπορεί να τα έχουμε και όλα σ αυτή την ζωή. Όμως δεν στεναχωριέμαι..Έχω την δουλειά μου, τα βιβλία, τον εκδότη μου, τους θαυμαστές μου. Όλοι είναι δίπλα μου, παίρνω ένα τηλέφωνο και έρχεται να με επισκεφτεί ο εκδότης μου. Πάντα έχουμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις γύρω από την μεταφυσική. Είναι και αυτός γνώστης.

Κάποιες φορές συζητάμε και πιο προσωπικά πράγματα. Τις προάλλες μου μιλούσε για την ζωή του. Χωρισμένος, με δύο παιδιά που δεν έχει δει ποτέ, γιατί η πρώην γυναίκα του τα πήρε και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Μου μίλησε και για το μεγάλο του λάθος. Ο τζόγος ήταν η ζωή του για πολλά χρόνια.Κατάλαβε το λάθος του όταν τον παράτησε η γυναίκα του. Άλλαξε ζωή, αλλά άργησε.

Όταν έρχεται η συζήτηση για την δική μου προσωπική ζωή “κολλάω” λίγο. Δεν μου αρέσει, προσπαθώ να την αποφύγω..Δεν τα καταφέρνω πάντα. Αυτό έγινε και εχθές. Η συζήτηση ξέφυγε από τα τυπικά όταν ο κ. Θοδωρής Ευλαμπίου άρχισε τις ερωτήσεις.

•Λοιπόν Φωτεινή; Τι νέα με σένα; (Ο πληθυντικός τώρα πια είχε γίνει ενικός- είμαστε σχεδόν συνομίληκοι)

•Τι νέα Θοδωρή; Όπως τα ξέρεις..Το βιβλίο θα το τελειώσω σε κανά μήνα περίπου.

•Άσε καλέ το βιβλίο τώ-λ-α. (η άρθρωση του δεν είχε καλυτερεύσει). Πές μου. Παίζει κανένας άντ-λ-ας αυτή την εποχή;

•Μα τι λες. Όχι, πως σου πέρασε από το μυαλό;

•Γιατί να μη μου πε-λ-άσει (περάσει); Ώ-λ-ιμη γυναίκα είσαι; Δεν π-λ-έπει (πρέπει) να ε-λ-ωτευτείς, να γνω-λ-ήσεις κάποιον;

•Μα αφού ξέρεις. Δεν έχω χρόνο τώρα….

•Άστα αυτά… Και πότε έχεις εσύ χ-λ-όνο (χρόνο); Όλη την ώ-λ-α κλεισμένη σε 4 τοίχους. Δεν βγαίνεις, δεν διασκεδάζεις, δεν έχεις σύντ-λ-οφο. Πότε θα ζήσεις επιτέλους;

•Ζω, δουλεύω,γράφω….

•Δεν ζεις. Γράφεις….! Η ζωή δεν είναι κρυμμένη (πρώτη φορά είπε το ρ σωστά) μέσα στα βιβλία, αλλά έξω από αυτά. Ακόμα να το καταλάβεις; Πες μου, ακόμα; Κάθεσαι πίσω από ένα παράθυρο (η σωστή προφορά του ρ συνεχίζεται) και νομίζεις πως ζεις. Άνοιξε μία φορά το παράθυρο και βγες έξω. Ζήσε!

– …………..

•Δεν μιλάς; Δεν μ΄ακουσες; Δεν θέλεις να κάνεις οικογένεια; Αλήθεια, έχεις φανταστεί τον εαυτό σου, στο ρόλο της μητέρας;

•Θέλω να γίνω μητέρα και βέβαια. Μου αρέσουν τα παιδιά. Αλλά δεν είναι καιρός ακόμα. Μικρή είμαι, έχω χρόνο για οικογένεια. Τώρα θέλω να κοιτάξω την καριέρα μου. Θέλω να γίνω η μεγαλύτερη συγγραφέας της χώρας. Να μιλούν όλοι για μένα…Να κάνω υπερήφανο τον πατέρα μου.

•Έτσι που το πας, θα γίνεις η μεγαλύτερη συγγραφέας της χώρας που ζει στην μοναξιά. Τι νομίζεις; Η ζωή είναι τόσο μικρή. Είσαι 34, πότε θα γίνεις μάνα; Ρώτα τον πατέρα σου. Τι θέλει πιο πολύ από εσένα; Ένα ακόμα βιβλίο ή ένα εγγονό; Ρώτησε τον, αν τολμάς.

•Ο πατέρας μου θέλει το καλύτερο για μένα.

•Ωραία, ρώτα τον εαυτό σου. Τις ώρες που δεν γράφεις, τις ώρες που τρως μόνη σ΄ένα άδειο τραπέζι, τις ώρες που μαγειρεύεις μόνο για τον εαυτό σου, τις ώρες που αγοράζεις ένα εισητήριο για το θέατρο ή το κινηματογράφο, τις ώρες του ύπνου σ΄ένα μονό κρεβάτι. Τι λέει τότε ο εαυτός σου; Ότι είσαι μόνη.

•Δεν είμαι μόνη. Έχω εσένα.

•Εγώ; Ο εκδότης σου είμαι. Μου δίνεις βιβλία, τα πουλάω και τέλος. Αύριο θα συνταξιοδοτηθώ, τότε τι θα σου είμαι; Ο πρώην εκδότης σου; Για το καλό σου στο λέω. Μή μένεις μόνη.

•Αν αισθάνομαι μοναξιά θα πάρω σκύλο.

•Θα πάρεις σκύλο ε; Καλώς. Φεύγω. Η δουλειά μου τέλειωσε.

Έφυγε θυμωμένος. Και εγώ ήμουν πολύ θυμωμένη.Τι ασχολείται με μένα, με την ζωή μου; Αφού μου αρέσει η ζωή μου έτσι όπως είναι. Ναι, έχω χρόνο. Έχω χρόνο…Τώρα συγκεντρώνομαι στο στόχο μου….Στο βιβλίο των ονείρων…Ναι…Θα κάνω οικογένεια, όταν έρθει η ώρα, η κατάλληλη ώρα….

Μήπως κάνω λάθος;

Παρασκευή 6 Ιουλίου 1993

Παραμονές των γενεθλίων μου. Έχουν περάσει λίγοι μήνες.

Δύσκολοι μήνες. Πριν από ένα μήνα ολοκληρώθηκε το τέταρτο βιβλίο μου όμως δεν το χάρηκα καθόλου. Την ημέρα της παρουσιάσης του βιβλίου και ενώ βρισκόμουν στην αίθουσα για να υπογράφω τα βιβλία, ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Ήταν άρρωστος τους τελευταίους μήνες, αλλά δεν μου είχε αποκαλύψει τίποτα για να μη στεναχωρηθώ. Ήξερε κιόλας πως δούλευα πολύ για αυτό το βιβλίο και δεν ήθελε να με ένοχλήσει.

Το αποτέλεσμα ήταν να μη βρίσκομαι κοντά του αυτές τις δύσκολες στιγμές. Ένα μήνα μετά το παράπονο μου είναι ένα. Ένα τεράστιο,αναπάντητο “γιατί”. Γιατί δεν θέλησε να μου πει κάτι ο πατέρας μου; Γιατί δεν βρισκόμουν δίπλα του, για να τον αποχαιρετήσω; Γιατί, γιατί, γιατί;

Η δουλειά, το βιβλίο, η μοναξιά, η απομόνωση, μου στέρησε ό,τι σημαντικότερο είχα. Την ευκαιρία να ζήσω από κοντά τον πατέρα μου τις τελευταίες του στιγμές, την ευκαιρία να πω “αντίο” στον άνθρωπο που ήταν δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου γι αυτό που έγινε.

Παραμονές των γενεθλίων και στο νου μου έρχονται αναμνήσεις παλαίοτερων χρόνων. Τότε που ήμουν μικρή, ετοίμαζα τα πάρτυ των γενεθλίων μου. Για την ακρίβεια, ο πατέρας μου τα ετοίμαζε όλα. Τούρτα, σνακς,αναψυκτικά, μπαλόνια, όλα αυτός…Εγώ μοίραζα μόνο τις προσκλήσεις και ετοίμαζα την μουσική. Κάθε φορά το σπίτι ήταν γεμάτο από κόσμο που έρχονταν να μου ευχηθούν.Χόρευαμε, τραγουδούσαμε μέχρι το πρωί και ο πατέρας μου πάντα εκεί φύλακας άγγελος.

Φέτος, στα γενέθλια μου δεν περιμένω κάποιον. Ίσως κάποιος από τους θαυμαστές να στείλει μία ανθοδέσμη, ίσως και όχι. Πιθανόν, κάποια εφημερίδα/περιοδικό να στείλει μία ευχητήρια κάρτα. Αλλά δεν θα χτυπήσει το τηλέφωνο, δεν θα μαζευτεί κόσμος στο σπίτι, δεν θα βάλω μουσική, δεν θα χορέψω μέχρι το πρωί. Δεν νομίζω να έρθει ο Θοδωρής, ο εκδότης. Δεν συνεργαζόμαστε πια. Πήρε σύνταξη. Δεν μιλάμε, δεν ξέρω που βρίσκεται.

Είμαι μόνη σ΄ένα μεγάλο άδειο σπίτι με ένα τεράστιο παράθυρο που βλέπει την θάλασσα.

Σκύλο δεν πήρα. Με τις ώρες που δουλεύω, το καημένο το σκυλάκι θα ¨λιμοκτονούσε από την πείνα”. Ακόμα και η μητέρα μου με ξέχασε. Δεν έρχεται πια στα όνειρα μου και δεν ξέρω το “γιατί”. Μήπως έκανα κάτι και θύμωσε; Μου λείπει…Όλοι μου λείπουν….

Σάββατο 7 Ιουλίου 1993

Ξύπνησα με φόβο, τρόμο, λουσμένη στον ιδρώτα. Είδα ένα εφιάλτη. Ήρθε η μητέρα μου στο ύπνο μου αλλά αυτή την φορά με τρόμαξε πολύ.Δεν ξέρω τι να περιμένω..Φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ.

Είδα το ίδιο όνειρο που είχα δει όταν ήμουν 7 ετών. Η μητέρα μου έγραψε το όνομα μου με χρυσά γράμματα στο καμβά της, το τίτλο του βιβλίου μου “Επτά κλειδιά” με πράσινο χρώμα και μετά όλα μαύρα..Παντού μαύρο….Δεν υπήρχε πουθενά λευκό, μα μόνο μαύρο…

Όλη την μέρα είχα στο μυαλό μου αυτό το όνειρο προσπαθούσα να το ξεχάσω. Δεν τα κατάφερα…Έφτασε απόγευμα… Σκέφτηκα να κάνω μία βόλτα για να ξεχαστώ. Περπατούσα αφηρημένη στο δρόμο ώσπου….

Βλέπω παντού φως…Δεν ξέρω τι έχει συμβεί. Νομίζω πως δεν ακούω τίποτα…Δεν πονάω…Αλλά αισθάνομαι πολύ άσχημα…. Νοιώθω τα μάτια μου να είναι κλειστά, προσπαθώ να τα ανοίξω. Δεν το καταφέρνω στη αρχή..Λίγο αργότερα ανοίγω τα μάτια και βλέπω κόσμο να είναι από πάνω μου. Είμαι πεσμένη μες το δρόμο. Προσπαθώ να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μία καλή κυρία μου εξηγεί: – “Ηρέμησε. Ένα κόκκινο αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα σε χτύπησε. Ο οδηγός είναι μεθυσμένος. Όπου να ναι έρχεται ασθενοφόρο. Μη ανησυχείς”.

•”Τα πόδια μου. Δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου”.

•Όλα θα πάνε καλά. Μη φοβάσαι.

Στο νοσοκομείο σε ημιλυπόθημη κατάσταση ακούω τους γιατρούς να σιγομουρμουρίζουν: – Πώς είναι η κατάσταση της;

•Πολύ σοβαρή. Δεν πρόκειται να ξαναπερπατήσει ποτέ.

•Ποτέ; Γίνεται εγχείρηση;

•Όχι.

•Κρίμα. Και είναι τόσο νέα κοπέλα.”

Και εκεί τέλειωσαν όλα………

Οκτώβριος 2010

17 χρόνια πέρασαν…. 17 χρόνια είμαι καθηλωμένη σ΄ένα αναπηρικό καροτσάκι. Η ζωή μου σταμάτησε τότε. Τώρα δεν έχω τίποτα πια. Βιβλίο δεν κατάφερα να ξαναγράψω. Οι θαυμαστές μου με ξέχασαν, όλοι με ξέχασαν…Δεν έχω κανέναν. Κανέναν. Μόνο 2-3 φορές είχε έρθει ο Θοδωρής, ο πρώην εκδότης να με δει στο νοσοκομείο, αλλά δεν τον άφησα. Δεν ήθελα να με δει σ΄αυτή την κατάσταση…Δεν ήξερα τι να του πω….

Όλα αυτά τα χρόνια ζούσα εντελώς μοναχικά, ξεχασμένη από όλους…Δεν ήθελα να βλέπω κανέναν… Καθόμουν απλά κοντά στο παράθυρο και κοιτούσα έξω…Μερικές φορές άνοιγα το παράθυρο για να μπει καθαρός αέρας.

Εχθές ξέχασα ανοιχτό για ώρες το παράθυρο, σήμερα το πρωί είδα πεσμένο στο πάτωμα ένα διαφημιστικό χαρτί. Από περιέργεια, το σήκωσα και το διάβασα.

“Γραφείο συμβουλευτικής και υπστήριξης

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6977777771”

Πρώτη φορά μαθαίνω την ύπαρξη αυτού του γραφείου. Ο αριθμός του τηλεφώνου μου κάνει τρομερή εντύπωση. Δεν ξέρω το ¨γιατί¨μα σηκώνω το τηλέφωνο για να κλείσω ένα ραντεβού.

Μία πολύ ευγενική γραμματέας μου κλείνει ραντεβού για τις 7 του μηνός, στις 7 το απόγευμα.

Θα πάω….!!

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s