Ο Αντρίκος της Πεντέλης part2


(Από Irene Key)

Ο Αντρίκος ξεκίνησε νωρίς για το ραντεβού με τον “συμβουλο”.
Το σπίτι του ηταν σε μια μακρινή γειτονιά του Πειραιά – το ίδιο κι ο φούρνος. Ειχε χρόνια ν’ ανεβεί στο κέντρο της Αθήνας, σχεδόν απο την εποχή που – δεκατετράχρονο αγόρι ακόμα – πήγαινε στη “σχολή κομμωτικής”. Θα χρειαζόταν ν’ αλλάξει τρία λεωφορεία για να φτάσει στην Ακαδημίας – αυτό το θυμόταν καλά – κι αυτή η διαδρομή του φαίνονταν τότε βουνό.
Αυτή τη φορά όμως του φανηκε πολύ πιο απλή.
“Πόσο διαφορετικός φαίνεται ο κόσμος πια…” σκεφτόταν καθώς έβλεπε απο το παράθυρο του λεωφορείου τις εικόνες της πόλης ν’ αλλάζουν και παρατηρούσε τα πρόσωπα και τις κινήσεις των ανθρώπων.
“Δεν φοβάμαι – αυτό ειναι…! Γι’ αυτό μπορώ και τα βλέπω τώρα αλλοιώς…Θα είναι που μεγάλωσα – και που δεν ειναι να πάω σ’ αυτό το φριχτό κομμωτήριο…”
Έφτασε στο ραντεβού του μια ολόκληρη ώρα νωρίτερα – και με μεγάλη εκπληξη διαπίστωσε πως…το γραφείο του “συμβούλου” βρισκόταν στο διπλανό ακριβώς κτίριο απο την “σχολή κομμωτικής”…
Στάθηκε σαν χαμένος να κοιτάζει τις δυο παληές – ανακαινισμένες πολυκατοικίες…
Η ταμπέλα του κομμωτηρίου ήταν ακόμα ίδια – χρυσαφιά και τετράγωνη – εκεί στην είσοδο: “Σχολή Κομμωτικής – Κομμωτήριο “Χρυσές Ανταύγειες” – 1ος όροφος”…
Κοίταξε κατά το μπαλκόνι κι είδε να κρέμεται κείνο το γυναικείο κεφάλι – με τα πολλά μαλλιά και τις χρυσαφένιες πινελιές – που τόσο καλά θυμόταν…
Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια σαν να εξαφανίστηκαν…
Ο Αντρίκος ένοιωσε τα γόνατα του να τρέμουν, το κεφάλι του να γυρίζει και το στομάχι του ν’ ανακατεύεται…΄Ενοιωσε την μυρωδιά της αμμωνίας να τον πνίγει,τα δαχτυλά του να τσούζουν και να μουδιάζουν…
Σταθηκε ώρα να κοιτάζει το μπαλκονι του κομμωτηρίου – ακουμπισμένος στον απέναντι τοίχο.
Πως και την ειχε ξεχάσει την διευθυνση;
Αν το θυμόταν – αν το καταλάβαινε οταν ο Ελευθερίου του έδωσε την διευθυνση του συμβούλου, δεν θ’ αποφάσιζε ποτέ να έρθει…
Εικόνες θολές αρχισαν να ‘ρχονται στο νού του – κι ηταν αδύνατον να κουνηθεί απο την θέση του μέχρι που θυμήθηκε κείνο το τελευταίο απογευμα… Πήγε στο κομμωτήριο μόνο για να πάρει τα χαρτιά του – και ν’ αποχαιρετήσει τη Φιλιώ – τον μόνο άνθρωπο που αισθάνθηκε φίλο εκεί μέσα…
΄Ολους τους άλλους – και προπαντός εκείνον τον απαίσιο ιδιοκτήτη – το “αφεντικό” – της “σχολής”… Θα ήθελε τόσο πολύ – αν μπορούσε – να τους σκοτώσει… Αν ήταν αρκετα μεγάλος και δυνατός μπορεί και να το είχε κάνει…
Στο μυαλό του ήρθε το ειρωνικό χαμόγελο του “αφεντικού” – με κατι μαλλιά βαμμένα κοκκινωπά κι εκείνο το “αστείο” που συνήθιζε να του λέει…” Ελα – παλιοτεμπέλα…”
Θυμήθηκε πως είχε σταθεί ξανα εκεί – στον ίδιο “απέναντι τοίχο” – την ημέρα που ‘φευγε από κει μέσα…
Κοιτούσε και τότε το γυναικείο κεφαλι με τις χρυσαφένιες πινελιές – κι ειχε μιαν απέραντη ανακούφιση – και τόση χαρά που ήταν η τελευταία φορα που το’βλεπε…

Οταν γύρισε στη “Στέγη” πήρε το μπλοκ του και ζωγραφισε το μπαλκόνι – και την είσοδο με την χρυσαφιά ταμπέλα – και τωρα ερχόταν έντονα στο νού του – σαν αποκάλυψη! – αυτή η ζωγραφιά…
Τι παράξενο…! Δεν ειχε ζωγραφίσει μόνο την εισοδο του κομμωτηρίου – αλλά και την διπλανή…!
Ο Αντρίκος ένοιωσε ξαφνικά σαν να έχανε τον χρόνο…
Κοίταξε τα χέρια του να βεβαιωθεί πως δεν ειχαν απομεινάρια απο τις βαφές κι έκανε μερικά αμήχανα βήματα – να σιγουρευτεί πως μπορούσε ακομα να περπατήσει…
Ενοιωσε την αναπνοή του να κόβεται κι εκείνο το βάρος στο στήθος του να γυρίζει απειλητικό…
“Σύνελθε…” είπε επιτακτικά στον εαυτό του. “Ειναι μόνο μια κρίση πανικού ειναι – το ειπε κι ο Ελευθερίου… Δεν εισαι πια δεκατετράχρονο – και δεν θα πάς στο κομμωτήριο…” σκέφτηκε, προσπαθώντας να πάρει θαρρος και να προχωρήσει προς την “άλλη” είσοδο – για να βρεί το γραφείο του συμβούλου.
Τα πόδια του όμως… τον οδήγησαν στην είσοδο του κομμωτηρίου.
Εσπρωξε την εξώπορτα – όπως πάντα ήταν ανοιχτή – κι έκανε μερικα βήματα πρός τα μέσα…
Η έντονη μυρωδιά απο βαφές σαμπουάν και κολώνιες του’φερε ζάλη – αλλά τον βοήθησε και να συνέλθει…
Γύρισε πίσω, παίρνοντας όσο μπορουσε βαθιές ανάσες.΄ Εκλεισε την εξώπορτα αποφασιστικά – και με θόρυβο.
“Εχεις το ραντεβού με τον σύμβουλο…” θύμισε στον εαυτό του…

Προχώρησε πρός την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας και την κοίταξε έχοντας κάπως θολά στη μνήμη του την ίδια του την ζωγραφιά.
Μια μεγάλη πόρτα με χοντρό, σγουρό τζάμι, που προστατευόταν απο λευκά σιδερένια σχέδια…
Κι από πάνω μια ταμπελίτσα που πληροφορούσε για την οδό και τον αριθμό: Αριάδνης 7…
Ανάμεσα στις πολλές επαγγελματικές πινακίδες δίπλα στα κουδούνια ήταν κι αυτή που έψαχνε…”Ευτύχιος Αναγνώστου: θεραπευτική συμβουλευτική / σεμινάρια – ομάδες αυτογνωσίας και ψυχολογικής υποστήριξης – 3ος όροφος – γραφείο 7″.

Ο Αντρίκος χτύπησε αποφασιστικά το κουδούνι – μία, δύο,τρείς φορές…
Όταν άνοιξε την πόρτα στάθηκε απότομα – σαν να μην ηξερε κατα που να πάει. Ηταν τόσο σίγουρος πως όλο αυτό κάπου το ήξερε – κάπως σαν να το ειχε ξαναζήσει. Αναρωτήθηκε…Ειχε ξαναρθεί σε τούτο εδώ το κτίριο…;;;
Ίσως τότε που ερχόταν στο κομμωτήριο…;;
Μια κοπέλα βγήκε απο το παληό ασανσέρ και πέρασε μπροστά του βιαστική – κοιτώντας τον παραξενεμένη.
Αυτό, τον βοήθησε να συνέλθει…΄Αφησε την πόρτα να κλείσει πίσω της και προχώρησε κατά τη μαρμάρινη σκάλα.
Ανέβηκε με αργές, μεγάλες δρασκελιες τα σκαλιά – πάντα απέφευγε τα ασανσέρ και του άρεσε να χρησιμοποιεί τα πόδια του – σα να τον βοηθούσε να σκέφτεται καλύτερα…

Βρήκε την πόρτα του γραφείου “7” μισάνοιχτη – και μπήκε μέσα διστακτικά.
Στο μικρό γραφείο, απέναντι απο την είσοδο καθόταν μια όμορφη μεσήλικη γυναίκα – που μιλούσε στο τηλέφωνο και κρατούσε σημείωση για κάποιο ραντεβού…

Ο Αντρίκος τα’χασε μόλις την είδε…
“Φιλιώ…;;;; Εσύ εισαι Φιλιώ…;;; ”
Εκείνη του χαμογέλασε αινιγματικά. Του εκανε νόημα να καθήσει και συνέχισε να μιλάει στο τηλέφωνο, δίνοντας του χρόνο να συνέλθει και να κοιτάξει καλύτερα γυρω του – να βεβαιωθεί πως ήταν πράγματι στο γραφείο του συμβούλου και δεν ειχε κατα λάθος μπεί στο κομμωτήριο…
Το μικρό γραφείο της εισόδου συνδεόταν μ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Κάμποσες πολυθρόνες, μικρά τραπεζάκια και τρείς μεγάλες γλάστρες με διακοσμητικά φυτά. Στη μέση μια διπλή συρταρωτή πόρτα κλειστή – και μπροστα στην μια της άκρη, ενα τραπεζάκι παράξενο με λίγα φρέσκα λουλούδια κι ένα κερί που έκαιγε σαν καντήλι…
Μια γλυκειά μυρωδιά ηταν διάχυτη παντού – που τον ηρέμησε, κι έτσι σιγουρεύτηκε πως δεν είχε κάνει λάθος και δεν είχε μπεί στο “κομμωτήριο”…

“Εδώ εισαι λοιπόν…” ειπε η Φιλιώ κλείνοντας το τηλέφωνο και χαμογελώντας… “Για να είμαι ειλικρινής…εγώ πάντα ήμουν σίγουρη πως θα τα καταφέρεις…”

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s