7 Κλειδιά. Το 1ο κλειδί.


(Από Spark) :

Νίκος… Αυτό πρέπει να ήταν το όνομά του αλλά και πάλι μπορεί να κάνω λάθος. Δεν έχει σημασία εξάλλου. Πάντοτε μπέρδευε τους άλλους για το όνομά του. Εκείνο που θυμάμαι είναι τα μάτια του. Γκριζογάλανα, φευγάτα, αλλιώτικα. Μάτια ενός μικρού σκανδαλιάρικου παιδιού σε πλήρη αντίθεση με τα γκρίζα του μαλλιά. Παράξενα τα παιχνίδια της μοίρας. Γκριζάρισαν κάπου εκεί γύρω στα 16 σε μια άγρια εφηβεία που διέλυσε τα πάντα στο πέρασμά της… και τελευταίον εκείνον.
Μάταια προσπαθούσα να μαντέψω την ηλικία του παίζοντας αμήχανα με το κλειδί στο χέρι. Ήταν τόσο παράξενο…. Τόσο μεγάλος… τόσο γερασμένος και τόσο νέος ταυτόχρονα. Έσφιξα το κλειδί στο χέρι και γύρισα το βλέμμα αλλού από την οθόνη του υπολογιστή. Τα άγρια χρόνια πέρασαν ερήμην του, αφήνοντας τα σημάδια τους στο κορμί του και μια ύπουλη αγοραφοβία που τον κρατούσε φυλακισμένο στο ίδιο του σπίτι, με μόνο παράθυρο στον έξω κόσμο αυτήν την οθόνη του υπολογιστή. Την οθόνη αυτή που με κοιτούσε σαν να ήμασταν απέναντι… με 1 τζάμι μόνο, σκονισμένο στο μισοσκόταδο.
Πίσω έβλεπα την φίλη του, ένα γερμανικό ποιμενικό που τον παρακολουθούσε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Πιστή, σιωπηλή, αφοσιωμένη από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησε σε εκείνο το pet shop όταν είχε πάει να πάρει ένα άλλο κουτάβι που είχε παραγγείλει. Με το που τον είδε να μπαίνει άρχισε να γαυγίζει και να προσπαθεί να βγει από το κλουβάκι της και να τρέξει πάνω του. Όταν την πήρε αγκαλιά τότε κατάλαβε ότι αυτοί οι 2 δεν θα χώριζαν ποτέ. Δεν πήρε ποτέ το άλλο κουτάβι που είχε σχεδιάσει. Ο έρωτας ήταν αμοιβαίος, κεραυνοβόλος και κράτησε για μια ολόκληρη ζωή… τη δική της που γλιστρούσε λίγο-λίγο και χανόταν.
Δίπλα από τον υπολογιστή ένας φάκελος με γράμματα σχεδόν παιδικά. Τι μου το έστειλες το κλειδί; Πες μου… Πες
«… Θα της τα δώσω όλα και θα σταθώ μπροστά της γυμνός. Και αφού δεν θα έχει να πάρει τίποτε άλλο, θα πάρει εμένα»
Ένοιωθα το βλέμμα του να διαπερνά την οθόνη και να καίει το πρόσωπό μου. Δεν ήθελα να ρωτήσω. Δεν ήθελα να ακούσω τίποτα. Είχαμε τόσα πολλά ήδη. Ανόητες, αθώες, ακίνδυνες χαζομαρούλες πίσω από ψευδώνυμα για να περάσει η ώρα να ημερώσει το άγριο, να ξεγελαστεί η μοναξιά, να πλησιάσει ο ύπνος πίσω από ένα ποτήρι ουίσκι και ένα κουτί τσιγάρα.
Μη…. Μην πεις λέξη… Όχι, αν δεν αξίζει τον κόπο. Όχι αν δεν είναι να αλλάξει τον κόσμο… τον δικό μου… τον δικό σου. Γύρισα και κοίταξα την οθόνη
Σ’ α
Λα
Λα
Λα
Γα
Λα
Λα
Λα
Πω
Άφησα το κλειδί να πέσει από τα χέρια μου. Πλησίασα την οθόνη τρέμοντας. Την γύρισα στο μέρος μου. Δεν μιλούσε. Δεν έλεγε τίποτα. Μόνο το μήνυμα του έστεκε εκεί. Κάπως έτσι πρέπει να είναι η ελεύθερη πτώση. Σου δίνουν μια σπρωξιά και αρχίζεις να πέφτεις. Ένα πουλί μπήκε από το παράθυρο και αφού έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο κάθισε πάνω στην οθόνη για μια στιγμή. Πάνω από το κεφάλι του. 2 ζευγάρια μάτια με κοίταζαν. Για μια στιγμή μόνο και έπειτα το πουλί πέταξε πάλι μακριά.
«Το είδες; Εγώ στο έστειλα. Να σου πει αυτό που θέλω. Έχω άλλη σχέση με τα φιλαράκια μου εγώ. Δεν είμαι από την δική σας ράτσα εγώ. Δεν είμαι άνθρωπος εγώ. Στο ΄χω πει μικρή μου. Μα τώρα δεν έχει επιστροφή. Τουλάχιστον όχι για μένα. Τρόμαξες; Πες μου αλήθεια.»
Μέσα μου βαθειά ήξερα ότι εσύ ήσουν περισσότερο τρομαγμένος από μένα. Σ’ είχα βρει μέσα στο σκοτάδι και σ’ είχα αρπάξει και σε έβγαζα και πάλι στο φως. Γεννιόσουν για δεύτερη φορά. Το ένοιωθα μα καμιά γέννα δεν είναι εύκολη. Θέλει χρόνο, πόνο και αίμα η πρώτη ανάσα στο φως. Είχες τόσα μυστικά απλωμένα στα πόδια μου μα τα δικά μου δεν μπορούσα να στα πω, μόνο να στα δείξω. Εγώ δεν σε ρώτησα ποτέ αν τρόμαξες. Νόμισες πως δεν με ένοιαζε μα ήξερα από εκείνη την στιγμή όλα όσα θα ακολουθήσουν… όλα… θυμήσου τις ερωτήσεις μου τα βαρετά απογεύματά μας, την ακατάσχετη φλυαρία μου… και τη συνέχεια… στα είχα πει τι θα γινότανε μα δεν με πρόσεχες.
Έπαιζες με τις «συμπτώσεις» σαν παιδί με τα καινούρια του παιχνίδια.
Το βλέμμα σου… Το πήρα φεύγοντας και το κουβαλώ μαζί μου στο ταξίδι μα όχι το κλειδί. Το κλειδί δεν ήτανε για μένα. Η ιστορία σου ήταν και εγώ δεν ήμουν η ιστορία σου, ένα παράθυρο ήμουν, μια πόρτα να περάσεις, να δεις πράγματα που δεν είχες ονειρευτεί. Φως και σκοτάδι, Αγγέλους και δαίμονες. Ένας έρωτας διαφορετικός που είχε να περάσει κόσμους πολλούς. Χρόνια, εμπειρίες, μόρφωση, κοινωνίες, θρησκείες… σου χαμογέλασα και σε τράβηξα έξω γελώντας. Μπορούσα να το κάνω, τόσο απλά, όσο με έπαιρνες αγκαλιά και με έφερνες βόλτες στον αέρα.
Πάμε. Μαζί. Έτσι συμφωνήσαμε.
Με ένα κλειδί δανεικό, κλεμμένο. Έχει σημασία; Μ’ αγαπούσες. Όλα ήταν δυνατά. Σ΄ αγαπούσα και σ’ ένοιωθα χωρίς να μιλάμε, χωρίς να σε βλέπω. Ήσουν δικός μου. Σάρκα από τη σάρκα μου, αίμα από το αίμα μου, κομμάτι της ψυχής μου. Τι στην ευχή λοιπόν χρειαζόμουν το κλειδί;

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΕΣ για ΣΕΝΑΡΙΟ, ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.

One Response to 7 Κλειδιά. Το 1ο κλειδί.

  1. spark says:

    Σε περίπτωση που σας άρεσε, η συνέχεια είναι εδώ http://anthologio.blogspot.com/2010/07/7-1_30.html

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s